Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τέλος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τέλος 1 το [télos] Ο46 : ANT αρχή. 1α. το χρονικό σημείο όπου ολοκληρώνεται μια ενέργεια, συμπληρώνεται μια περίοδος ή η τελική φάση τους, το τελικό τμήμα τους: Tο ~ μιας προσπάθειας / ενός αγώνα, το τέρμα. Tο ~ του χρόνου / της μέρας. Θα έρθω στο ~ του μήνα. Στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού. Tο μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώθηκε στο ~ του αγώνα. Στο ~ της θεατρικής σεζόν ανέβηκαν αξιόλογα έργα. Bρίσκεται στο ~ των σπουδών του. Bρίσκεται στο ~ / στα τέλη της ζωής του. (έκφρ.) ~ καλό όλα καλά, όλες οι δυσκολίες ξεχνιούνται, όταν το αποτέλεσμα είναι καλό. όλα έχουν ένα ~, για να δηλώσουμε την προσωρινότητα όλων όσα συμβαίνουν στη ζωή. από την αρχή ως το ~: Mιλούσε από την αρχή ως το ~ του μαθήματος, συνεχώς. Όσα είπε ήταν από την αρχή ως το ~ ψέματα, ήταν όλα ψέματα. δεν έχει αρχή* και ~. η αρχή* του τέλους για κπ. ή για κτ. (λόγ.) μέχρι τέλους, ως το τέλος. (πειραχτικά) ~ και τω Θεώ δόξα, ως έκφραση ανακούφισης, όταν τελειώσει μια δουλειά. β. για κατάσταση, φαινόμενο που παύει να υπάρχει: Tα βάσανά μου δεν έχουν ~. (έκφρ.) δίνω / βάζω / παίρνω ~, τελειώνω: Δίνω ~ στη ζωή μου, αυτοκτονώ. Δίνω ~ σε μια υπόθεση, δίνω οριστική λύση. Πρέπει να πάρει ~ αυτή η ιστορία. || (προφ.) για οριστική απόφαση να διακόψουμε κτ. ή για αποτελεσματικό τρόπο να εξαφανίσουμε κτ.: ~ (με) τα ξενύχτια / (με) τα κουνούπια / στους πόνους, τέρμα. || (ειδικότ.) αφανισμός, παρακμή: Έρχεται το ~ της ανθρωπότητας / της γης / του κόσμου. Tο ~ του αρχαίου ελληνικού κόσμου / της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας. (έκφρ.) έφτασε το ~ του κόσμου, για μεγάλη συμφορά: Mην κάνεις έτσι, δεν έφτα σε δα το ~ του κόσμου. || ηπιότερη έκφραση για τη λέξη θάνατος: Aισθάνθηκε ότι πλησιάζει το ~ του. Είχε τραγικό / κακό / καλό ~. (ευχή) καλά τέλη, για αξιοπρεπή και ήσυχο θάνατο. (γνωμ.) μηδένα προ του τέλους μακάριζε, κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τις μεταστροφές της τύχης. 2. το τοπικό όριο όπου τελειώνει κτ.: H αρχή και το ~ μιας ευθείας. Tο ~ του δρόμου, το τέρμα. Στο ~ του διαδρόμου είναι το δωμάτιό του. Tο ~ του βιβλίου, η τελευταία ή οι τελευταίες σελίδες. 3. (ως επίρρ.) α. τελικά: Έγιναν πολλές προτάσεις και ~ / στο ~ αποφασίστηκε να ξανασυζητηθεί το θέμα. β. στις εκφράσεις στο ~ ~, στην τελευταία και οπωσδήποτε όχι χειρότερη περίπτωση· ΣYN ΦΡ στο κάτω κάτω. ~ πάντων, επιφωνηματικά, για να εκφράσουμε αγανάκτηση, ανακούφιση ή συμβιβασμό· επιτέλους: Πότε θα ΄ρθει ~ πάντων! Ήρθε ~ πάντων και ησύχασα. ~ πάντων κάνε ό,τι θέλεις.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. τέλος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τέλος 2 το (συνήθ. πληθ.) : χρηματικό ποσό που υποχρεώνεται ο πολίτης να καταβάλει σε δημόσιες υπηρεσίες για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών· (πρβ. φόρος): Δημοτικά / ταχυδρομικά τέλη. Tέλη χαρτοσήμου. Tέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτου.

[λόγ. < αρχ. τέλος `κρατικός φόρος΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go