Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τάχα
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τάχα [táxa] επίρρ. : χρησιμοποιείται όταν ο ομιλητής: 1. αμφισβητεί και θεωρεί προσποιητές τις ενέργειες ή τις δηλώσεις του υποκειμένου της πρότασης ή προσποιητό και όχι αληθινό αυτό που εκφράζει ο όρος της πρότασης με τον οποίο συνάπτεται· δήθεν: Είπε ~ πως το ξέχασε, αλλά πολύ αμφιβάλλω. Mας κάνει ~ το φίλο, ενώ δεν είναι. Tον έστειλαν στην επαρχία ~ με προαγωγή, στην πραγματικότητα όμως ήταν δυσμενής μετάθε ση. Tότε εκείνη, θυμωμένη ~, απάντησε, προσποιούμενη τη θυμωμένη, θυμωμένη δήθεν. || συχνά εντονότερο με τη μορφή: ~ μου (δήθεν): ~ μου δήθεν πρώτη φορά τους έβλεπε. (σε θέση επιθέτου): Ένας ~ μου δήθεν φίλος. || σε διηγήσεις· λέει, λοιπόν: Tότε παρουσιάστηκε ~ ο Aι-Γιώργης. 2. εκφράζει, σε ευθύ ή πλάγιο ερωτηματικό λόγο, την απορία ή και το ενδιαφέρον του ομιλητή· άραγε: ~ γύρισαν ή λείπουν ακόμη; || συχνά μαζί με πρόταση με το να: Ποιοι ~ να είναι τέτοια ώρα; Aναρωτιόταν τι ~ να τον ήθελαν. Σε ποια γλώσσα ~ να γράφτηκαν; Γιατί ~ να βιάζονται τό σο; Aναρωτιόμουν τι ~ να θέλουν. || μήπως: ~ και ο ίδιος δεν το ζητούσε;, και ο ίδιος το ζητούσε.

[αρχ. τάχα `ίσως΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τάχατε [táxate] & τάχατες [táxates] επίρρ. : (λαϊκότρ.) τάχα.

[< τάχα με προσθήκη του -τε αναλ. προς το κάποτε· προσθήκη του αναλ. προς άλλα επιρρ. σε -ς: χτες]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go