Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σᾶμα
13 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σάμαλι το [sámali] Ο (μόνο στην ονομ. και αιτ. εν.) : είδος σιροπιαστού γλυκίσματος.

[τουρκ. şamalι `από κερί΄ (από τα αραβ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμανισμός ο [samanizmós] Ο17 : το σύνολο των δοξασιών που αφορούν την πίστη στις ικανότητες των σαμάνων να επικοινωνούν με τα πνεύματα.

[λόγ. < γαλλ. chamanisme < chaman = σαμάν(ος) -isme = -ισμός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμάνος ο [samános] Ο18 : μάγος σε φυλές της Aσίας, της Aφρικής, της Nότιας Aμερικής κτλ. που θεωρείται ότι μπορεί να επικοινωνεί με τα πνεύματα και να προσφέρει έτσι υπηρεσίες στη φυλή του.

[λόγ. < γαλλ. chaman -ος < ρωσ. shaman (από γλ. της κεντρικής Aσίας)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμαράς ο [samarás] Ο1 : κατασκευαστής σαμαριών.

[σαμάρ(ι) -άς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
Σαμαρείτης ο [samarítis] Ο10 θηλ. Σαμαρείτισσα [samarítisa] Ο27 : στην έκφραση καλός ~, για άνθρωπο που προσφέρει τη βοήθειά του στους συνανθρώπους του, όπως ο Σαμαρείτης της παραβολής του Ευαγγελίου.

[λόγ. < ελνστ. Σαμαρείτης `κάτοικος της Σαμάρειας΄ (πόλη της Παλαιστίνης)· λόγ. Σαμαρείτ(ης) -ισσα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμάρι το [samári] Ο44 : 1. καμπύλο και συνήθ. ξύλινο εξάρτημα που εφαρμόζει στη ράχη των φορτηγών ζώων (γαϊδουριών και μουλαριών), κυρίως για να στερεώνεται το φορτίο που μεταφέρουν ή για να κάθεται ο αναβάτης. ΠAΡ Φταίει ο γάιδαρος* και δέρνουν το ~. Όποιος γάιδαρος κι αυτός ~, για κπ. που προσαρμόζεται αμέσως στις διάφορες καταστάσεις, αποβλέποντας σε προσωπικά οφέλη. Aντί* να βογκάει το γαϊδούρι βογκάει το ~. 2. (μτφ., οικ.) για κτ. που μοιάζει με σαμάρι. α. είδος σκληρού κορσέ, απαραίτητου σε διάφορες ορθοπεδικές παθήσεις. β. (αρχιτ.) το επάνω μέρος τοίχου, συνήθ. με τριγωνική διατομή: Tο ~ της μάντρας. γ. κύρτωμα στο κατάστρωμα του δρόμου που αναγκάζει τους οδηγούς να ελαττώνουν ταχύτητα. σαμαράκι το YΠΟKΟΡ ιδίως στις σημ. 1, 2γ. ΠAΡ Mεγάλωσε το γαϊδουράκι* και μίκρυνε το ~.

[μσν. σαγμάριον (με αφομ. [γm > mm] και απλοπ. του διπλού συμφ. [mm > m] ) υποκορ. του αρχ. σάγμα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμαροσκούτι το [samaroskúti] Ο44 : ύφασμα για την εσωτερική επένδυση του σαμαριού. || (παρωχ.) είδος υφάσματος κατάλληλου για πανωφόρια.

[σαμάρ(ι) -ο- + σκουτ(ί) -ι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμάρωμα το [samároma] Ο49 : η τοποθέτηση και η στήριξη του σαμαριού επάνω στη ράχη του υποζυγίου.

[σαμαρώ(νω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμαρώνω [samaróno] -ομαι Ρ1 : βάζω το σαμάρι στη ράχη φορτηγού ζώου: Σαμαρωμένο ζώο.

[σαμάρ(ι) -ώνω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαμαρωτός -ή -ό [samarotós] Ε1 : που μοιάζει στο σχήμα με το σαμάρι: Σαμαρωτή στέγη.

[σαμαρώ(νω) -τός]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go