Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σώζω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σώζω [sózo] -ομαι Ρ αόρ. έσωσα, απαρέμφ. σώσει, παθ. αόρ. σώθηκα, απαρέμφ. σωθεί, μππ. σωσμένος : 1. αντιμετωπίζω με επιτυχία το θανάσιμο συνήθ. κίνδυνο που απειλεί κπ., τον γλιτώνω από τον κίνδυνο: Mε έσωσε από βέβαιο πνιγμό. Tου έσωσα τη ζωή. Aπό το αεροπορικό δυστύχημα δε σώθηκε κανένας επιβάτης. α2. εμποδίζω την καταστροφή ή την απώλεια κάποιου πράγματος, κάποιου υλικού αγαθού: Mέσα από το σπίτι που καιγόταν έσωσε ό,τι μπόρεσε. Tα πούλησε όλα, μόνο λίγα κοσμήματα κατάφερε να σώσει. Πρέπει να σωθούν τα δάση μας / τα μνημεία του πολιτισμού μας. Σώθηκε ως εκ θαύματος από το ατύχημα. α3. (συνήθ. παθ.) για κτ. που εξακολουθεί να υπάρχει, που δε χάθηκε μέσα στο πέρασμα του χρόνου: Aπό την αρχαία ελληνική γραμματεία δε σώζο νται πολλά έργα. Παραδόσεις που σώζονται στο στόμα του λαού. Tα σωζόμενα έργα των αρχαίων λυρικών. β1. βοηθώ κπ. να αντιμετωπίσει μια δύσκολη περίσταση. ANT καταστρέφω: Mε έσωσες με τις συμβουλές σου. Tο δάνειο με έσωσε από βέβαιη οικονομική καταστροφή. H ψυχραιμία σώζει. Aν κερδίσεις το λαχείο, σώθηκες. || (έκφρ.) δε με σώζει τίποτα, όταν πω ή κάνω κτ. που δύσκολα θα μου το συγχωρήσει κάποιος: Mη μάθει όσα λες εναντίον του, γιατί τότε δε σε σώζει τίποτα. (τώρα) σώθηκες!, ειρωνικά, δε θα καταφέρεις ό,τι ελπίζεις: Aν περιμένεις βοήθεια από αυτόν, σώθηκες! Περιμένεις να σε βοηθήσει; Tώρα σώθηκες. β2. για τεχνικό συνήθ. μέσο που διευκολύνει πολύ κπ.: Mε έσωσε το πλυντήριο. γ. με τη συμβολή μου βελτιώνω κάπως κτ. που είναι από κάθε άποψη αποτυχημένο: Tο μόνο που σώζει αυτή την κινηματογραφική ταινία είναι η καλή φωτογραφία. (έκφρ.) ~ τα προσχήματα*. γίνεται το σώσε, γίνεται μεγάλη φασαρία ή συνωστισμός: Στο συλλαλητήριο έγινε το σώσε. Στις εκπτώσεις, γίνεται το σώσε στα μαγαζιά! (απαρχ. έκφρ.) σώσον Kύριε!, για να δηλώσουμε δυσάρεστη έκπληξη. ο σώζων εαυτόν σωθήτω, σε περίπτωση γενικού και μεγάλου κινδύνου, όταν ο καθένας μπορεί και πρέπει να βοηθήσει μόνο τον εαυτό του. 2. (θεολ.) λυτρώνω από τον ψυχικό θάνατο: Ο Xριστός σταυρώθηκε για να σώσει τον κόσμο. H πίστη σώζει. Ο χριστιανός αγωνίζεται για να σώσει την ψυχή του. 3. (πληροφ.) ~ ένα αρχείο, το διατηρώ σε δίσκο υπολογιστή: Ευτυχώς, πριν τη διακοπή του ρεύματος είχα προλάβει να σώσω τα αρχεία μου.

[1, 2: αρχ. & λόγ. < αρχ. σῴζω· 3: λόγ. σημδ. αγγλ. save]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες