Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σύνταξη
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σύνταξη 1 η [síndaksi] Ο33 : το μηνιαίο χρηματικό ποσό που καταβάλλεται ισόβια σε κπ. που έπαυσε να εργάζεται για λόγους ηλικίας ή υγείας ή στα προστατευόμενα μέλη του εργαζομένου: Xορήγηση / απονομή πολιτικής / στρατιωτικής σύνταξης. Πολεμική ~, που απονέμεται σε τραυματία ή σε θύμα πολέμου. Ετοιμάζω τα δικαιολογητικά για να βγάλω ~. Bγήκε η σύνταξή μου. || η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας εργαζόμενος, όταν σταματήσει να εργάζεται και αντί για μισθό παίρνει σύνταξη: Tου χρόνου βγαίνω στη ~. Είμαι σε ~, είμαι συνταξιούχος. συνταξούλα η YΠΟKΟΡ: Πώς να ζήσεις με μια ~ πενήντα χιλιάδων;

[λόγ. < ελνστ. σύνταξις `μισθός στρατιωτικών΄, αρχ. σημ.:΄εισφορά΄ (-σις > -ση) σημδ. γαλλ. pension· σύνταξ(η) -ούλα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σύνταξη 2 η : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συντάσσω. AI1. η διατύπω ση επίσημου κυρίως κειμένου και ειδικότερα η συγγραφή ενός συλλογικού έργου ή η επεξεργασία και η σύνθεση δεδομένων στοιχείων: Ο πρόεδρος της επιτροπής ανέλαβε τη ~ του υπομνήματος / του πορίσματος / της επιστολής. H ~ της ιατροδικαστικής έκθεσης / του νομοσχεδίου. H ~ του κύριου άρθρου των εφημερίδων ανατίθεται σε έμπειρους δημοσιογράφους. H ~ της ιστορίας του ελληνικού έθνους / του λεξικού της νέας ελληνικής. || κατάρτιση: ~ καταλόγου, συγκέντρωση στοιχείων και αλφαβητική κατάταξη. ~ σχεδίου ανασυγκρότησης, οργάνωση του έργου της ανασυγκρότησης. 2α. (γραμμ.) η θέση των λέξεων μέσα στο λόγο, σύμ φω να με τους κανόνες του συντακτικού: Λάθη συντάξεως, συντακτικά. Σωστή / κακή ~ μιας πρότασης. || συντακτική ανάλυση μιας πρότασης. β. (πληροφ.) οι κανόνες μιας γλώσσας προγραμματισμού. II1. το σύνολο των δημοσιογράφων που ασχολούνται με την επεξεργασία των πληροφοριών και με το γράψιμο των άρθρων σε μια εφημερίδα, σε ένα περιοδι κό, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, ή ο εκπρόσωπός τους: Διευθυντής συντάξεως. H ~ της εφημερίδας. 2. ο χώρος όπου εργάζεται η σύνταξη: Nα δώσετε τα χειρόγραφα στη ~. B. (στρατ.) η συγκέντρωση μιας στρατιωτικής μονάδας σύμφωνα με ορισμένο σχηματισμό.

[λόγ.: AΙ1: ελνστ. σύνταξις `συστηματική πραγματεία΄, αρχ. σημ.: `οργάνωση΄ (-σις > -ση)· AI2α: ελνστ. σημ.· AI2β: σημδ. αγγλ. syntax (< ελνστ. σύνταξις)· AΙΙ: κατά τη σημ. της λ. συντάκτης· Β: αρχ. σημ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες