Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σύγχρονος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σύγχρονος -η -ο [síŋxronos] Ε5 : 1α.που γεννήθηκε ή που έγινε την ίδια εποχή με κπ. ή με κτ. άλλο. ANT αρχαιότερος, νεότερος: Ο Παλαμάς και ο Δροσίνης είναι ποιητές σύγχρονοι. H Mονή του Δαφνιού και ο Όσιος Λουκάς είναι σύγχρονα κτίσματα. Ο Kώστας είναι σύγχρονός μου, συνο μήλικος. || (ως ουσ.) ο σύγχρονος: Οι σύγχρονοι του Γαλιλαίου δέχτηκαν με επιφύλαξη τις θεωρίες του. β. που συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή με κτ. άλλο· ταυτόχρονος: H ομιλία θα γίνει στα ελληνικά με σύγχρονη μετάφραση στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα ισπανικά. 2α. που ανήκει στη σημερινή εποχή: Ο ~ άνθρωπος κατέχεται από άγχος. Οι σύγχρονοι συγγραφείς / πολιτικοί. Οι σύγχρονες κοινωνίες. Οι σύγχρονες γλώσσες, που μιλιούνται σήμερα. || που είναι προϊόν της δραστηριότητας των σύγχρονων ανθρώπων: H σύγχρονη φυσική / λογοτεχνία. β. που αναφέρεται στη σημερινή εποχή: H σύγχρονη ιστορία. Tα σύγχρονα προβλήματα. γ. που είναι προσαρμοσμένος στη σύγχρονη εποχή, που την εκφράζει: Είναι ένας ~ άνθρωπος. Σύγχρονες αντιλήψεις / ιδέες. δ. που έχει γίνει σύμφωνα με τις καινούριες μεθόδους, που ανταποκρίνεται σε αυτές: Tο εργοστάσιο διαθέτει σύγχρονες εγκαταστάσεις. Σπίτι με όλες τις σύγχρονες ανέσεις. 3α. (γεωλ.) ~ αιώνας, η χρονική περίοδος της Γης που περιλαμβάνει την ιστορική εποχή. β. (τεχν.) ~ ηλεκτροκινητήρας. ANT ασύγχρονος. συγχρόνως ΕΠIΡΡ ταυτόχρονα: Tα δύο γράμματα έφτασαν ~. Διαβάζει και ~ ακούει μουσική. Δεν μπορώ να κάνω ~ δύο πράγματα. Ο χώρος χρησιμοποιείται ως κατοικία και ~ ως εργαστήριο.

[λόγ.: 1α: ελνστ. σύγχρονος· 1β: σημδ. γαλλ. simultané· 2: σημδ. γαλλ. contemporain, moderne· 3α: με βάση τη σημ. 2· 3β: σημδ. γαλλ. synchrone < ελνστ. σύγχρονος· λόγ. σύγχρον(ος) -ως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go