Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: συναγωνισμός
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συναγωνισμός ο [sinaγonizmós] Ο17 : αγώνας, προσπάθεια που κάνει κάποιος, για να διακριθεί σε έναν τομέα οικονομικής ή πνευματικής δραστηριότητας, όπου αγωνίζονται για διάκριση και άλλοι· (πρβ. ανταγωνισμός): Ελεύθερος οικονομικός ~. Aθέμιτος (εμπορικός) ~, που γίνεται με αθέμιτα μέσα. Όπου υπάρχει ~ υπάρχει και πρόοδος, άμιλλα. || εκτός συναγωνισμού: α. για κπ. ή για κτ. που μετέχει σε μια διοργάνωση διαγωνιστικού χαρακτήρα, χωρίς να μετέχει και στην κρίση, γιατί θεωρείται αναγνωρισμένη η αξία του: Στο φεστιβάλ κινηματογράφου θα προβληθεί εκτός συναγωνισμού η ταινία του τάδε σκηνοθέτη. β. για κπ. ή για κτ. που υπερέχει πολύ σε αξία ή σε ποιότητα· ασυναγώνιστος: Aυτός ο μαθη τής είναι εκτός συναγωνισμού, άριστος. Tα προϊόντα μας είναι εκτός συναγωνισμού. Tιμές εκτός συναγωνισμού, πολύ χαμηλές. || (ειρ.) για κπ. ή για κτ. που έχει κάποια αρνητική ιδιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό.

[λόγ. < μσν. συναγωνισμός `βοήθεια΄ κατά την αλλ. της σημ. του συναγωνίζομαι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες