Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: στέρνο
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στέρνο το [stérno] Ο39 : 1. (ανατ.) στενόμακρο οστό, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του μπροστινού μέρους του θώρακα και αρθρώνεται με τις κλείδες και με τις πλευρές: Tο ~ των σπονδυλωτών. || Tο ~ των εντόμων. 2. το στήθος του ανθρώπου: Πλατύ ~. Xτυπάει η καρδιά μέσα στο ~.

[λόγ. < αρχ. στέρνον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στερνο- 1 [sterno] : (συνήθ. λαϊκότρ.) α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· συνήθ.: 1. για το παιδί ή γενικά το πρόσωπο που έχει γεννηθεί τελευταίο κατά σειρά: ~παίδι, ~πούλι· ~γεννημένος. 2. για να προσδώσει την ιδιότητα του τελευταίος, νεκρικός, σ΄ αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό: ~κρέβατο, ~φίλημα, ~ΰπνι, ~φιλώ.

[θ. του επιθ. στερν(ός) -ο-]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στερνο- 2 & στερν- [stern], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : (ανατ., ιατρ.) α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό αφορά το στέρνο, εντοπίζεται σ΄ αυτό: στερναλγία, στερνωδυνία· ~βραχιονικός.

[λόγ. < νλατ. sterno- θ. του αρχ. ουσ. στέρνο(ν) ως α' συνθ.: στερνο-θυρεοειδής < νλατ. sternothyroides]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στερνοπαίδι το [sternopéδi] Ο44α : (λαϊκότρ., λογοτ.) το τελευταίο, το μικρότερο παιδί της οικογένειας: Aγαπούσε ξέχωρα το ~ της.

[στερνο- 1 + παιδ(ί) -ι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στερνοπούλι το [sternopúli] Ο44α : (λογοτ.) το στερνοπαίδι.

[στερνο- 1 + πουλ(ί) -ι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στερνός -ή -ό [sternós] Ε1 : (λαϊκότρ., λογοτ.) τελευταίος: Tο στερνό παιδί της. Tο στερνό αντίο, ο τελευταίος ασπασμός νεκρού. ΠAΡ Στερνή μου γνώση* να σ΄ είχα πρώτα. || (ως ουσ.) τα στερνά, το τέλος και ιδίως τα τελευταία χρόνια της ζωής κάποιου ή οι τελευταίες του στιγμές: Tώρα στα στερνά τον παράτησαν τα παιδιά του, στα γεράματα. (ως ευχή) καλά στερνά.

[μσν. υστερνός με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < υστερινός (συγκ. του άτ. [i] ) < αρχ. ὕστερ(ος) -ινός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go