Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σπορά
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σπορά η [sporá] Ο24 : η ενέργεια του σπέρνω· η γεωργική εργασία κατά την οποία σε έδαφος το οποίο έχει υποστεί κατάλληλη προετοιμασία σκορπίζονται σπόροι του φυτού το οποίο θέλουμε να καλλιεργήσουμε: H εποχή δεν είναι κατάλληλη για ~. ~ με το χέρι / με τη μηχανή. || (έκφρ.) ~ του διαβόλου, για άνθρωπο εξαιρετικά έξυπνο ή πονηρό και ραδιούργο.

[αρχ. σπορά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σποράδην [sporáδin] επίρρ. : (λόγ.) σποραδικά.

[λόγ. < αρχ. σποράδην]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σποραδικός -ή -ό [sporaδikós] Ε1 (συνήθ. πληθ.) : που γίνεται ή που συμβαίνει κατά αραιά και ακανόνιστα χρονικά διαστήματα: Σποραδικά φαινόμενα / κρούσματα. Σποραδικές βροχές. Aκούστηκαν σποραδικοί πυροβολισμοί. || που είναι αραιά διασκορπισμένος σε μια μεγάλη έκταση: Σποραδικοί οικισμοί. Σποραδικά δέντρα. σποραδικά ΕΠIΡΡ: Aρθρογραφούσε ~ σε διάφορα επαρχιακά έντυπα, πότε πότε, πού και πού.

[λόγ. < αρχ. σποραδικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σποραδικότητα η [sporaδikótita] Ο28 : η ιδιότητα του σποραδικού, συνήθ. αυτού που γίνεται, συμβαίνει ή υπάρχει κατά αραιά και ακανόνιστα χρονικά διαστήματα.

[λόγ. σποραδικ(ός) -ότης > -ότητα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go