Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σπαράσσω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σπαράσσω [sparáso] -ομαι Ρ2.2 : (λόγ.) σπαράζω. 1. (για σαρκοβόρα ζώα, θηρία) διαμελίζω, σκίζω βίαια με δόντια και νύχια το θήραμά μου και το τρώω· κατασπαράσσω. 2. προξενώ ψυχικό πόνο, βαθύτατη θλίψη: Σπαράσσει την ψυχή μου… 3. υποφέρω από βαθύτατη θλίψη: Σπαράσσει η ψυχή μου… 4. (παθ.) υποφέρω, δοκιμάζομαι σκληρά: H χώρα σπαράσσεται από τα πολιτικά μίση και πάθη.

[λόγ. < αρχ. σπαράσσω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go