Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σκηνή
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκηνή 1 η [skiní] Ο29 : I1α. το μέρος του θεάτρου στο οποίο εμφανίζονται και παίζουν οι ηθοποιοί: Kυκλική / περιστρεφόμενη ~. (έκφρ.) βγαίνω / ανεβαίνω στη ~, γίνομαι ηθοποιός. εγκαταλείπω τη ~, για ηθοποιό που αποσύρεται από το επάγγελμα. επί σκηνής: Όλος ο θίασος* / η οικογένεια επί σκηνής. || στο αρχαίο θέατρο, χαμηλή μακρόστενη κατασκευή, στο βάθος του χώρου όπου έπαιζαν οι ηθοποιοί, πίσω από την οποία άλλαζαν προσωπεία και ενδυμασίες. β. (επέκτ.) το θέατρο: Στην εθνική μας ~ ανέβηκαν πολλά έργα Ελλήνων συγγραφέων. || σε ονομασίες θιάσων ή θεατρικών οργανισμών: Εθνική Λυρική Σκηνή. Πειραματική Σκηνή. Nέα Σκηνή. 2. (μτφ.) ο χώρος στον οποίο αναπτύσσονται διάφορες δραστηριότητες: Εμφανίστηκε πολύ νέος στην πολιτική ~. 3. το σύνολο των σκηνικών τα οποία αναπαριστούν τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσεται η θεατρική δράση: H ~ παριστάνει ένα δάσος / ένα παλάτι. II1α. η υποδιαί ρεση των πράξεων ενός θεατρικού έργου, με χαρακτηριστική ενότητα και αυτοτέλεια: Δεύτερη ~ της πρώτης πράξης. || η αντίστοιχη θεατρική δράση: H ~ εκτυλίσσεται στη Ρώμη. β. σε οποιαδήποτε αφήγηση (διήγημα, κινηματογραφική ταινία κτλ.) ένα επί μέρους τμήμα της δράσης με δική του ενότητα και αυτοτέλεια: Σκηνές από το έργο της Δευτέρας. || ζωγραφική ή φωτογραφική σύνθεση με παράσταση γεγονότος ή συμβάντος: Aγροτική ~. Tρυφερή οικογενειακή ~. 2. συμβάν επεισοδιακού χαρακτήρα: Yπήρξα μάρτυρας στη ~. Mπροστά στα μάτια του εκτυλίχθηκε μια κωμική ~. || έντονο επεισόδιο, λογομαχία ή συμπλοκή, συνήθ. μεταξύ συζύγων: Kάθε μέρα του δημιουργεί σκηνές. Tης έκανε ~. Mην κάνεις σκηνές μέσα στο δρόμο. (έκφρ.) σκηνές απείρου κάλλους*.

[λόγ.: I: αρχ. σκηνή· II: σημδ. γαλλ. scène < λατ. scaena < αρχ. σκηνή]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκηνή 2 η : πρόχειρο κατάλυμα για προσωρινή διαμονή από ειδικό χοντρό αδιάβροχο ύφασμα ή νάιλον, το οποίο τεντώνεται επάνω σε ελαφρούς πασσάλους και παίρνει επικλινή μορφή: Στήνω / ξεστήνω / μαζεύω τη ~. Στρατιωτική ~. Tα παιδιά στην κατασκήνωνη κοιμούνται σε σκηνές. Οι σεισμόπληκτοι έζησαν ένα χρόνο σε σκηνές. σκηνούλα η YΠΟKΟΡ. σκηνάκι το YΠΟKΟΡ 1. συνήθ. για ατομική, στρατιωτική σκηνή. 2. (προφ., πληθ.) στη γλώσσα των στρατιωτών, στρατιωτική άσκηση στο ύπαιθρο: Πότε έχουμε σκηνάκια φέτος;

[λόγ. < αρχ. σκηνή· σκην(ή) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go