Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σεβασμός
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σεβασμός ο [sevazmós] Ο17 : 1. συναίσθημα βαθιάς εκτίμησης και θαυμασμού για κπ. του οποίου αναγνωρίζουμε την ιδιαίτερη αξία και ανωτερότητα και που συνοδεύεται από μία συμπεριφορά που αρμόζει στην προσωπικότητα, στην ηλικία, στην κοινωνική του θέση κτλ.: Aισθάνομαι / νιώθω / εμπνέω σεβασμό. Έλλειψη σεβασμού. Mιλώ με σεβασμό στους δασκάλους / στους γονείς / στους ηλικιωμένους. Tρέφω βαθύ σεβασμό προς τον… Παρ΄ όλο το σεβασμό που σας έχω. 2. συναίσθημα ευλάβειας προς το Θεό, τους αγίους ή προς οτιδήποτε θεωρούμε ιερό: Γονάτισε με σεβασμό μπροστά στην εικόνα. Ο ~ προς τους νεκρούς. 3. η εκτίμηση, η υπόληψη που τρέφω για κτ. (θεσμούς, αρχές, πνευματικές αξίες κτλ.) το οποίο θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό, καθώς και η στάση μου απέναντί του, η οποία χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να μην το θίξω, να μην το αλλοιώσω ή να μην το παραβώ με κανέναν τρόπο: Ο ~ προς την αλήθεια / προς τους νόμους. Ο ~ στις δημοκρατικές ελευθερίες. Στη συζήτηση πρυτάνευσε ένα πνεύμα απόλυτου σεβασμού για τον άνθρωπο. Bασικός στόχος είναι ο ~ των παραδοσιακών αξιών της ελληνικής κοινωνίας.

[λόγ. < ελνστ. σεβασμός]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες