Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πόα
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πόα η [póa] Ο25 : γένος φυτών, αλλά και κάθε φυτό χωρίς ξυλώδη κορμό: Όλα τα χόρτα είναι πόες. || σύνολο τέτοιων φυτών και η έκταση στην οποία φυτρώνουν· χλόη, πρασινάδα, γρασίδι.

[λόγ. < αρχ. πόα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποάνθρακας ο [poánθrakas] Ο5 : η τύρφη.

[λόγ. ποάνθρ(αξ) -ακας < πό(α) + άνθραξ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go