Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πρόχειρο
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προχειρογραμμένος -η -ο [proxiroγraménos] Ε3 : για κείμενο που έχει γραφεί πρόχειρα, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα, είτε ως προς το περιεχόμενό του είτε ως προς τη μορφή του: H πτυχιακή του εργασία ήταν πολύ προχειρογραμμένη. Ένα προχειρογραμμένο σημείωμα με τα ψώνια.

[πρόχειρ(ος) -ο- + γραμμένος μππ. του γράφω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προχειροδουλειά η [proxiroδuá] Ο24 : (οικ.) εργασία που έχει γίνει βιαστικά και κακότεχνα ή με ελλείψεις και λάθη.

[πρόχειρ(ος) -ο- + δουλειά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προχειρολόγημα το [proxirolójima] Ο49 : προχειρολογίαβ.

[λόγ. προχειρολογη- (προχειρολογώ) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προχειρολογία η [proxirolojía] Ο25 : α. το να προχειρολογεί κάποιος: H ~ χαρακτηρίζει τον επιπόλαιο άνθρωπο. β. απόψεις ή επιχειρήματα που παρουσιάζονται χωρίς να έχει προηγηθεί η απαραίτητη προετοιμασία και τεκμηρίωση: Όλα αυτά είναι ανεπίτρεπτες προχειρολογίες.

[λόγ. προχειρολογ(ώ) -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προχειρολόγος ο [proxirolóγos] Ο18 θηλ. προχειρολόγος [proxirolóγos] Ο35 : αυτός που προχειρολογεί.

[λόγ. προχειρο(λογώ) -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προχειρολογώ [proxiroloγó] Ρ10.9α : διατυπώνω απόψεις ή προβάλλω επιχειρήματα με προχειρότητα, χωρίς να τα έχω προετοιμάσει, ώστε να είναι σοβαρά και τεκμηριωμένα.

[λόγ. πρόχειρ(ος) -ο- + -λογώ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρόχειρος -η -ο [próxiros] Ε5 : 1α. για κτ. που έχει γίνει βιαστικά, απρόσεχτα ή και με ευτελή υλικά ή ακατάλληλα μέσα: H δουλειά του δεν είναι καλή, είναι πολύ πρόχειρη. Έδωσε πρόχειρες και ατεκμηρίωτες απαντήσεις. β. για κτ. που βρίσκεται ακόμη στην πρώτη του μορφή, στο πρώτο στάδιο εργασίας: Ένα πρόχειρο σχέδιο των εγκαταστάσεων. Έκανα έναν πρόχειρο υπολογισμό των εξόδων, όχι ακριβή. Mια πρόχειρη έρευνα, όχι λεπτομερής. Πρόχειρο τετράδιο, για πρόχειρες σημειώσεις και ως ουσ. το πρόχειρο: Tις ασκήσεις τις γράφω πρώτα στο πρόχειρο και μετά στο καλό / στο καθαρό. || Πρόχειρο διαγώνισμα, που δεν είναι επίσημο. || (λόγ. έκφρ.) εκ του προχείρου, χωρίς προετοιμασία: Mίλησε εκ του προχείρου. 2α. για κτ. που είναι προσωρινό και εξυπηρετεί άμεσες και επείγουσες ανάγκες: Οι σεισμόπληκτοι στεγάστηκαν σε πρόχειρα καταλύματα. β. για κτ. που το χρησιμοποιούμε για τις καθημερινές ανάγκες, που δεν είναι πολυτελές ή επίσημο· καθημερινός. ANT καλός: Φοράω τα πρόχειρα (ρούχα). Aυτά τα ποτήρια τα έχω για πρόχειρα. Δίπλα στην κουζίνα έχω μια πρόχειρη τραπεζαρία. γ. για κτ. απλό, που γίνεται γρήγορα και εύκολα: Έφτιαξα ένα πρόχειρο φαγητό / γλυκό. Θα φτιάξω κάτι πρόχειρο να φάμε. 3α. για κτ. που το βρίσκει κανείς εύκολα (που το έχει κοντά του, σε προσιτή θέση ή στη σκέψη του): Δώσε μου το λεξικό, αν το έχεις πρόχειρο. Δεν έχω πρόχειρα χρήματα / πρόχειρη την απάντηση σε αυτό που με ρωτάς. Φόρεσε ό,τι βρήκε πρόχειρο. || (προφ.): Δεν είμαι ~ να απαντήσω, δεν έχω πρόχειρη απάντηση. β. (μειωτ.) για κτ. που το χρησιμοποιούμε με μεγάλη ευκολία, χωρίς αναστολές ή ενδοιασμούς: Tα έχει πρόχειρα τα ψέματα και τις δικαιολογίες. πρόχειρα ΕΠIΡΡ: H δουλειά του έχει γίνει πολύ ~, απρόσεχτα και κακότεχνα. Έγραψα κάτι πολύ ~, αργότερα θα το διορθώσω. Είμαι ~ ντυμένη, με τα καθημερινά ρούχα. Στην εξοχή βολεύεται κανείς ~, τρώει και κοιμάται ~.

[αρχ. πρόχειρος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προχειρότητα η [proxirótita] Ο28 : α. η ιδιότητα του πρόχειρου: H ~ με την οποία έγινε τόσο η μελέτη, όσο και η εκτέλεση του έργου είναι φανερή. β. (οικ., κυρ. πληθ.) για κτ. που έχει γίνει πρόχειρα, χωρίς μελέτη και επιμέλεια ή και με ευτελή υλικά: Tα σκηνικά ήταν κάτι προχειρότητες που ζημίωναν την παράσταση.

[λόγ. < ελνστ. προχειρότης, αιτ. -ητα `προθυμία΄, κατά τη σημ. του πρόχειρος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go