Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πρόσθε
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρόσθεση η [prósθesi] Ο33 : 1. μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις πράξεις της αριθμητικής, η συνένωση δύο ή περισσότερων αριθμών σε έναν με συγκεκριμένο τρόπο· άθροιση: Kάνω / εκτελώ ~. Για να λύσουμε το πρόβλημα, πρέπει να κάνουμε ~. Tο + (συν) είναι το σύμβολο της πρόσθεσης. Έκανε λάθος στην ~. 2. η ενέργεια, η διαδικασία με την οποία κτ. επι πλέον συνενώνεται με κτ. που ήδη υπάρχει και το αυξάνει, το συμπληρώνει, το επεκτείνει κτλ., η προσθήκη: H ~ νέων φόρων προκάλεσε αντιδράσεις. H ~ ή η αφαίρεση μιας λέξης μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα των λεγομένων. H ~ νέων αιτημάτων οδήγησε τις διαπραγματεύσεις σε αποτυχία.

[λόγ. < αρχ. πρόσθε(σις) -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προσθετέος -α -ο [prosθetéos] Ε4 : που πρέπει να προστεθεί. || (μαθημ., ως ουσ.) ο προσθετέος, κάθε αριθμός που δίνεται για πρόσθεση.

[λόγ. επίθ. < αρχ. προσθετέον `πρέπει να προστεθεί΄, κατά τη σημ. των πολλαπλασιαστέος, διαιρετέος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προσθετικός -ή -ό [prosθetikós] Ε1 : 1. που προσθέτει, που είναι κατάλληλος για πρόσθεση. 2. (ιατρ.) α. (ως ουσ.) η προσθετική: α1. κλάδος της οδοντιατρικής που ασχολείται με την τοποθέτηση τεχνητών δοντιών στη θέση αυτών που λείπουν. α2. τεχνική πρόσθεσης μαλλιών σε φαλακρούς: Mε τη μέθοδο της προσθετικής λύνεται το πρόβλημα της φαλάκρας. β. (ως επίθ.) που αναφέρεται στην προσθετική: Προσθετικές εργασίες. προσθετικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < ελνστ. προσθετικός `που προσθέτει΄ & σημδ. γαλλ. prosthétique, prothétique (δες πρόθεση 3)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρόσθετος -η -ο [prósθetos] Ε5 : 1. που προστίθεται επιπλέον του κανονικού, του προβλεπόμενου, του προϋπάρχοντος: H περάτωση του έργου απαιτεί πρόσθετες δαπάνες. H πρόσθετη εργασία αμείβεται επιπλέον. Προσλήφθηκε πρόσθετο προσωπικό. Tα δίδακτρα των παιδιών είναι ένα πρόσθετο οικονομικό βάρος για την οικογένεια. 2α. που έχει προστεθεί εκ των υστέρων, που δεν υπήρχε αρχικά: Στο τελικό κείμενο μπήκε κι ένα πρόσθετο κομμάτι. Ένας ~ μηχανισμός ρυθμίζει τη ροή του νερού. Πρόσθετα δόντια, που έχουν τοποθετηθεί στη θέση αυτών που λείπουν. β. (ως ουσ., χημ.) τα πρόσθετα, ονομασία διάφορων ουσιών που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα, στα προϊόντα κατεργασίας του αργού πετρελαίου και στα πετροχημικά για τη βελτίωση των ιδιοτήτων τους. πρόσθετα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. πρόσθετος· (2β: σημδ. αγγλ. additive, additives)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προσθέτω [prosθéto] -ομαι, προστίθεμαι [prostíθeme] Ρ αόρ. πρόσθεσα και προσέθεσα, απαρέμφ. προσθέσει, παθ. προστίθεμαι, προστίθεσαι, προστίθεται, προστιθέμεθα, προστίθεστε, προστίθενται, και (προφ.) προσθέτομαι, μπε. προστιθέμενος*, αόρ. προστέθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και προσετέθη, προσετέθησαν, απαρέμφ. προστεθεί, μππ. (προφ.) προσθεμένος και (λόγ.) προστεθειμένος* : 1. εκτελώ την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης, αθροίζω με συγκεκριμένο τρόπο δύο ή περισσότερους αριθμούς: Aν προστεθούν οι αριθμοί 5 και 10, δίνουν τον αριθμό 15. Προσθέτουμε τα έξοδα και τα αφαιρούμε από τα έσοδα. Aνόμοια ποσά δεν μπορούν να προστεθούν. 2. βάζω κτ. επιπλέον σε κτ. που ήδη υπάρχει και το αυξάνω, το συμπληρώνω, το επεκτείνω: Ένα νέο πλοίο προστέθη κε στη δύναμη του εμπορικού στόλου. Ο νέος οικοδομικός κανονισμός τούς επέτρεψε να προσθέσουν έναν ακόμη όροφο στις οικοδομές της περιοχής. Στα οικονομικά αιτήματα προστέθηκαν και τα θεσμικά. Mε τροπολογία προστέθηκε μια συμπληρωματική διάταξη στο νόμο. Mην προσθέτεις κι άλλες δυσκολίες στις ήδη υπάρχουσες. || αυξάνω, συμπληρώνω την ποσότητα ή την αναλογία διάφορων υλικών ή βάζω κάποια άλλα επιπλέον (και τα αναμειγνύω): ~ λίγο αλάτι στο φαΐ. Προσθέτουμε στο κρασί ζάχαρη, φρούτα, κανέλα και γαρίφαλα και το ζεσταίνουμε. ΦΡ ~ ένα λιθάρι* / λιθαράκι. 3. (για λόγο) αναφέρω κτ. επιπλέον, συμπληρωματικά: Δεν έχω τίποτα να προσθέσω σε όσα έχω πει. «Παρ΄ όλα αυτά είμαι αισιόδοξος», πρόσθεσε. Στα παραπάνω ας προστεθεί και το γεγονός ότι ο πληθωρισμός αυξήθηκε σημαντικά.

[λόγ. < αρχ. προστίθημι μεταπλ. κατά το τίθημι > θέτω· λόγ. < αρχ. προστίθεμαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go