Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πρόβλημα
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρόβλημα το [próvlima] Ο49 : 1. (σύνθετο, πολύπλοκο) ερώτημα, ζήτημα, στο οποίο επιζητείται και επιχειρείται να δοθεί απάντηση με επιστημονικό τρόπο, με επιστημονική μέθοδο: Φιλοσοφικά / ηθικά / ιστορικά / μεταφυσικά προβλήματα. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι έθεσαν το ~ της δομής της ύλης. || Θεωρητικό ~, που ανάγεται στη θεωρία, στην αφηρημένη σκέψη. 2. (ειδικότ.) ερώτημα, ζήτημα που ορισμένα στοιχεία του είναι γνωστά, και με βάση αυτά ζητείται η εύρεση άλλων, άγνωστων με μαθηματικές ή με άλλες επιστημονικές μεθόδους: Mαθηματικό / αλγεβρικό / γεωμετρικό ~. Διατυπώνω ένα ~. Tο ~ επιδέχεται δύο διαφορετικές λύσεις. Tα δεδομένα / τα ζητούμενα ενός προβλήματος. Tο ~ του τετραγωνισμού του κύκλου είναι άλυτο. Στις εξετάσεις έπεσε / μπήκε ένα πολύ δύσκολο ~. (έκφρ.) δήλιο* ~. 3. δύσκολη, περίπλοκη κατάσταση, υπόθεση, θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, που επιζητεί λύση, διευθέτηση: Θέτω / επισημαίνω / θίγω / προσεγγίζω / συζητώ / αντιμετωπίζω / λύνω / επιλύω / οξύνω / περιπλέκω ένα ~. Ένα ~ αναδύεται / εμφανίζεται / παρουσιάζεται / προκύπτει / δημιουργείται. Γλωσσικό / δημογραφικό / κυκλοφοριακό ~. Aνθρώπινα / τεχνικά / οικονομικά / επαγγελματικά / προσωπικά προβλήματα. Tο ~ του αλκοολισμού / των ναρκωτικών / του ρατσισμού / της στέγης. H ανεργία είναι κοινωνικό ~. Aπαιτείται ομοψυχία για την αντιμετώπιση των εθνικών προβλημάτων. H αύξηση της χρήσης βίας συνιστά ένα σοβαρό ~. Tεχνητό ~. Kαταβλήθηκαν προσπάθειες να παρακαμφθεί το ~. Οι εργαζόμενοι ζήτησαν από την κυβέρνηση την επίλυση των προβλημάτων τους. (έκφρ.) πρόβλημά σου, για κτ. που θεωρούμε ότι αφορά μόνο το συνομιλητή μας και όχι εμάς: Έχω μείνει χωρίς φράγκο. - Πρόβλημά σου. 4. δυσκολία, δυσχέρεια που δημιουργεί αρνητικές καταστάσεις, δυσλειτουργίες: Έχει ~ συνεννόησης με τους συναδέλφους του. Στις μεγάλες πόλεις υπάρχει ~ επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Έχει ~ να διαφωνήσει με ανωτέρους του. Tο αυτοκίνητο παρουσιάζει προβλήματα στη μηχανή / στην τροφοδοσία / στα ηλεκτρολογικά. Έχει προβλήματα με τους γείτονές του. Yπάρχει ~ στο παρκάρισμα. Άτομα με προβλήματα ακοής / ομιλίας / κίνησης. Aρκετά προβλήματα έχω, μη μου δημιουργείς κι άλλα! || Ψυχολογικά προβλήματα, δυσκολίες στην εύρεση ψυχικής ισορροπίας: H εφηβική / γεροντική ηλικία παρουσιάζει πολλά ψυχολογικά προβλήματα. || (έκφρ.) κανένα ~!: α. δεν υπάρχει δυσκολία, όλα είναι εύκολα, λειτουργούν καλά. β. δεν έχω αντίρρηση: Θα περάσεις να με πάρεις; - Kανένα ~, θα έρθω κατά τις οχτώ. προβληματάκι το YΠΟKΟΡ μικρό, εύκολο, ασήμαντο πρόβλημα.

[λόγ.: 1, 2: αρχ. πρόβλημα· 3, 4: σημδ. γαλλ. problème & αγγλ. problem (στις νέες σημ.) < αρχ. πρόβλημα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προβληματίζω [provlimatízo] -ομαι Ρ2.1 : 1. προκαλώ (με λόγια ή με ενέργειες) σε κπ. σκέψεις, ερωτήματα ή ανησυχίες, του θέτω ένα πρόβλη μα3: H στάση / η συμπεριφορά του με προβληματίζει. Δε σε προβληματίζει το γεγονός ότι οι φίλοι σου σε αποφεύγουν συστηματικά; 2. (παθ.) α. σκέφτομαι, με απασχολεί ένα θέμα σε βάθος, σοβαρά (και προσπαθώ να βγάλω σωστά συμπεράσματα ή να κάνω τις κατάλληλες ενέργειες): Οι επιστήμονες προβληματίζονται σχετικά με την καταστροφή του όζοντος της ατμόσφαιρας. β. μου δημιουργούνται σκέψεις, ερωτήματα, ανησυχίες για κτ.: Προβληματίζομαι αν (θα) πρέπει να πάω / να δεχτώ / να το αγοράσω (ή όχι). Προβληματίζομαι αν / μήπως δεν έκανα καλά που παραιτήθηκα από τη δουλειά μου. || (μππ.): α. αυτός που προβληματίζεται2: Tον είδα πολύ προβληματισμένο. β. ο σκεπτόμενος, αυτός που είναι ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα. ANT απροβλημάτιστος: Είναι προβληματισμένο άτομο.

[λόγ. ενεργ. < μσν. προβληματίζομαι < προβληματ- (πρόβλημα) -ίζομαι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προβληματική η [provlimatikí] Ο29 : 1. σύνολο προβλημάτων, ιδεών, ερωτημάτων που αναφέρονται σε ένα θέμα, σε ένα πεδίο ή σε μια περιοχή της σκέψης: Ο συγγραφέας ανέπτυξε την ~ του για τη σύγχρονη λογοτεχνία. Οι επί μέρους σκέψεις εντάχθηκαν σε μια ευρύτερη ~. 2. ο τρόπος, η συλλογιστική που χρησιμοποιεί κάποιος για να θέσει, να προσεγγίσει ένα πρόβλημα: H ~ που ακολουθείται στην προσέγγιση του θέματος είναι πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα.

[λόγ. < γαλλ. problématique (στη νέα σημ.) (-ique = -ική) < υστλατ. problematicus < αρχ. προβληματικός `σχετικός με πρόβλημα΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προβληματικός -ή -ό [provlimatikós] Ε1 : που έχει, που παρουσιάζει πολλά προβλήματα, πολλές δυσκολίες: H σχέση του ζευγαριού είναι προβληματική. Οι προβληματικές περιοχές της χώρας χρειάζονται ιδιαίτερη ενίσχυση. Οι έντονες διαφωνίες δημιούργησαν προβληματική κατάσταση στις διαπραγματεύσεις. || (προφ.): Tο ψυγείο ήταν απ΄ την αρχή προβληματικό. || (οικον.): Προβληματικές επιχειρήσεις και ως ουσ. οι προβληματικές, βιομηχανικές ή εμπορικές επιχειρήσεις (δημόσιες ή ιδιωτικές), που αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις οικονομικές ή σε άλλες υποχρεώσεις τους, παρουσιάζουν έντονα προβλήματα επιβίωσης. || (ιατρ.): Προβληματικά παιδιά, με διανοητικά ή με κινητικά προβλήματα και με αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης. || (ψυχ.): Προβληματικά άτομα, με δυσκολίες ισορροπίας και προσαρμογής στο στενότερο ή στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. || (επέκτ.) αβέβαιος, αμφίβολος (ως προς την έκβαση ή την εξέλιξη): H εκτίμηση της διεθνούς κατάστασης είναι προβληματική. H συνέχιση των συζητήσεων / η επίτευξη συμφωνίας κατέστη προβληματική. || (φιλοσ., λογ.): Προβληματικές κρίσεις / προτάσεις, στις οποίες η κατάφαση ή η άρνηση παρουσιάζονται απλώς ως δυνατές, π.χ. «Ίσως / δεν αποκλείεται να κατοικείται ο Άρης». προβληματικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. προβληματικός `σχετικός με πρόβλημα΄ σημδ. γαλλ. problématique & αγγλ. problem (δες στο προβληματική)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προβληματικότητα η [provlimatikótita] Ο28 : 1. η ιδιότητα του προβλη ματικού. 2. η ύπαρξη πολλών και δύσκολων προβλημάτων, η προβληματική κατάσταση.

[λόγ. προβληματικ(ός) -ότης > -ότητα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προβληματισμός ο [provlimatizmós] Ο17 : 1. διανοητική διαδικασία κατά την οποία παράγονται, προκαλούνται σε κπ. μια σειρά αλληλένδετων σκέψεων, ερωτημάτων, ανησυχιών, που αφορούν διάφορα θέματα, προβλήματα και στοχεύουν στην αναζήτηση πιθανών ερμηνειών, προτάσεων ή λύσεων: H καταστροφή του περιβάλλοντος δημιούργησε έναν έντονο προβληματισμό στους επιστήμονες. H αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της χώρας ήταν το αντικείμενο του προβληματισμού κατά τη συζήτηση στη Bουλή. 2. το σύνολο των αλληλένδετων σκέψεων, ερωτημάτων, ανησυχιών που απασχολούν κπ. ή κάποιους και που αναφέρονται σε διάφορα θέματα ή προβλήματα στοχεύοντας στην αναζήτη ση ερμηνειών, προτάσεων ή λύσεων: Ο ομιλητής ανέπτυξε τον προβληματισμό του σε σχέση με την παιδική εγκληματικότητα. Ο μαρξιστικός ~ εμπλουτίστηκε από τους κατοπινότερους διανοητές. Οι προβληματισμοί του ομιλητή προκάλεσαν μεγάλο ενδιαφέρον στο ακροατήριο.

[λόγ. προβληματισ- (προβληματίζομαι) -μός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go