Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: προσωδία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προσωδία η [prosoδía] Ο25 : 1α. (μετρ.) η διάκριση των συλλαβών (και των φωνηέντων) σε μακρόχρονες και σε βραχύχρονες, που αποτελεί τη βάση των αρχαίων ελληνικών και λατινικών μέτρων. β. η προφορά των λέξεων σύμφωνα με την ποσότητα των συλλαβών. 2. (γλωσσ.) κατά την εκφορά του λόγου, το σύνολο των χαρακτηριστικών που έχουν σχέση με την ένταση και το ύψος της φωνής ή του χρόνου που μεσολαβεί ανάμεσα στις λέξεις και στις ενότητες των λέξεων, που αποτελούν μια φράση.

[λόγ.: 1: αρχ. προσῳδία· 2: σημδ. γαλλ. intonation]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προσωδιακός -ή -ό [prosoδiakós] Ε1 : που έχει σχέση με την προσωδία, που στηρίζεται στην προσωδία, δηλαδή στην ποσότητα των συλλαβών: Προσωδιακή προφορά. Προσωδιακά μέτρα, σε αντιδιαστολή προς τα τονικά. προσωδιακά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < ελνστ. προσῳδιακός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go