Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: προστυχιά
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προστυχιά η [prostixá] Ο24 : α. η ιδιότητα του πρόστυχου, χυδαιότητα ή ανηθικότητα: Δεν ανέχομαι την ~ του. β. ενέργεια ή συμπεριφορά πρόστυχου ανθρώπου: Aυτό που έκανες, να του γυρίσεις την πλάτη ενώ εκείνος σου μιλούσε, ήταν μεγάλη ~. Έμαθε όλος ο κόσμος τις προστυχιές της.

[πρόστυχ(ος) -ιά]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go