Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: προπονώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προπονώ [proponó] -ούμαι Ρ10.9 : (αθλ.) προετοιμάζω, γυμνάζω συστηματικά έναν αθλητή ή μια αθλητική ομάδα, ώστε να βελτιώσω τη φυσική κατάσταση και την τεχνική τους προκειμένου να έχουν τη μέγιστη δυνατή απόδοση και να διεκδικήσουν τη νίκη κατά τον αγώνα: Ο αθλητής / η ομάδα προπονήθηκε στο βοηθητικό γήπεδο. Οι ποδοσφαιριστές ήταν καλά προπονημένοι. || (προφ., επέκτ.) προετοιμάζω, εξασκώ κπ. ώστε να πετύχει ή να αντιμετωπίσει επιτυχώς κτ. || Kρατάει το μωρό της αδερφής της πού και πού· προπονείται για μαμά.

[λόγ. < αρχ. προπονῶ `μοχθώ από πριν΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες