Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ποίημα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποίημα το [píima] Ο49 : 1. λογοτεχνικό έργο διατυπωμένο σε στίχους: Γράφω / συνθέτω / απαγγέλλω / διαβάζω ποιήματα. Συλλογή / ανθολογία ποιημάτων. Λυρικά / επικά ποιήματα. Οι έφηβοι συνηθίζουν να γράφουν ποιήματα. Ο συνθέτης μελοποίησε ποιήματα του Ελύτη. Έχω ~, κυρίως για μαθητή σχολείου που του έχει ανατεθεί η απαγγελία ποιήματος σε σχολική γιορτή. || (έκφρ.) λέω κτ. σαν ~, από στήθους και με γρήγορο ρυθμό. ΦΡ λέω το ~: α. (για πρόσ.) πεθαίνω: Πάει, το είπε κι αυτός το ~. β. (για πργ.) φθείρομαι τελείως, καταστρέφομαι: Tα παπούτσια μου το είπαν το ~. γ. για φράση ή φράσεις που τις επαναλαμβάνει κάποιος συχνά. 2. (μτφ.) καθετί το εξαιρετικά ωραίο από αισθητική άποψη: Ο πίνακας / το φιλμ / το δαχτυλίδι είναι (ένα) ~. Tο φόρεμά της είναι (ένα) ~. ποιηματάκι το YΠΟKΟΡ.

[λόγ.: 1: αρχ. ποίημα (αρχική σημ.: `κτ. κατασκευασμένο΄)· 2: σημδ. γαλλ. poème < λατ. poema < αρχ. ποίημα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go