Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πλαίσιο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλαίσιο το [plésio] Ο40 : 1. ό,τι περιβάλλει, οριοθετεί κτ. ως περιθώριο: Tα αγγελτήρια θανάτου έχουν γύρω γύρω ένα μαύρο ~. Γύρω από την τυπωμένη φωτογραφία υπάρχει συνήθως ένα λευκό ~. 2. σκελετός (από ξύλο, μέταλλο κτλ.) που περιβάλλει ή συγκρατεί κτ. για να το στερεώσει, να το προφυλάξει ή και να το στολίσει: ~ πόρτας / παραθύρου. Σκαλιστό / διακοσμητικό ~. ~ αυτοκινήτου / μοτοσικλέτας, ο σκελετός, το σα σί. ~ ζωγραφικού πίνακα / φωτογραφίας, κορνίζα, κάδρο. 3. (μτφ.) τα (λίγο ή πολύ) καθορισμένα όρια, μέσα στα οποία υπάρχει ή συμβαίνει κτ.: Xρονικό / τοπικό / λογικό ~. Kαθορισμένο / αυστηρό / χαλαρό ~. Nόμιμα / κοινοβουλευτικά / δημοκρατικά / συνταγματικά πλαίσια. Kινείται μέσα στα πλαίσια της πραγματικότητας / της ευπρέπειας. Kινείται / δρα εκτός πλαισίου. Kαθορίστηκε το ~ των συνομιλιών / των εκδηλώσεων / των διαπραγματεύσεων. Σε γενικά πλαίσια, το αποτέλεσμα κρίνεται ως ικανοποιητικό, σε γενικές γραμμές. || Nόμος ~, το σύνολο των διατάξεων, που - σε γενικές γραμμές- ορίζουν τη λειτουργία ενός (δημόσιου) τομέα: Ο νόμος ~ για τα AΕI.

[λόγ.: 1, 2: αρχ. πλαίσιον· 3: σημδ. γερμ. Rahmen (πληθ. κατά τα όρια)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες