Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πεύκη
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεύκη η [péfki] Ο30α : (βοτ.) το πεύκο: Mαύρη ~. || (λόγ.): Ξυλεία πεύκης.

[λόγ. < αρχ. πεύκη]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες