Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πετροσέλινο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πετροσέλινο το [petrosélino] Ο42 : (βοτ.) ο μαϊντανός.

[ελνστ. πετροσέλινον]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες