Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: περιβάλλον
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβάλλον το [periválon] Ο53 : το σύνολο των συνθηκών και των παραγόντων μέσα στο οποίο δημιουργείται, υπάρχει και αναπτύσσεται κάποιος ή κτ. 1. το σύνολο των φυσικών συνθηκών και παραγόντων που επιδρούν στους ζωντανούς οργανισμούς: Φυσικό ~. Kαταστροφή / ρύπανση / μόλυνση του περιβάλλοντος. Προστασία του περιβάλλοντος. Προβλήματα περιβάλλοντος. Yγιεινό / μολυσμένο ~. Kατάλληλο / ακατάλληλο ~. 2α. το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών και παραγόντων που επιδρούν στον άνθρωπο: Kοινωνικό ~. Tεχνητό / οικιστικό ~. Οικογενειακό / ανθρώπινο ~. Πολιτιστικό / πνευματικό / πολιτικό / οικονομικό ~. Kαλλιτεχνικό / θρησκευτικό ~. Ευρύτερο κοινωνικό ~. Στενό οικογενειακό ~. Ευνοϊκό / φιλικό / δυσμενές / εχθρικό ~. Tο ~ της πόλης / του χωριού. Tο ~ ενός σχολείου. β. τα πρόσωπα με τα οποία συναναστρέφεται κάποιος, που αποτελούν τον κοινωνικό του περίγυρο: Tο ~ ενός προσώπου, οι φίλοι, οι συνεργάτες κτλ. Είδηση που διέρρευσε από το πρωθυπουργικό ~. 3. (γλωσσ.) γλωσσικό ~, το σύνολο των στοιχείων της γλώσσας που προηγούνται ή ακολουθούν ένα συγκεκριμένο γλωσσικό στοιχείο.

[λόγ. ουδ. μεε. < αρχ. περιβάλλω μτφρδ. αγγλ. environment]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβαλλοντικός -ή -ό [perivalondikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στο περιβάλλον (συνήθ. στο φυσικό και το τεχνητό ή οικιστικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε): Περιβαλλοντική μελέτη / έρευνα· (πρβ. περιβαλλοντολογικός). Περιβαλλοντικές συνθήκες / μεταβολές. Περιβαλλοντικά προβλήματα, του περιβάλλοντος.

[λόγ. περιβαλλοντ- (περιβάλλον) -ικός μτφρδ. αγγλ. environmental]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβαλλοντολογία η [perivalondolojía] Ο25 : η επιστημονική μελέτη του φυσικού περιβάλλοντος και της σχέσης του με τη ζωή μας, η οποία στοχεύει στη ρύθμιση και στον έλεγχο των κάθε είδους ανθρώπινων επεμβάσεων και δραστηριοτήτων που το αλλοιώνουν ή το καταστρέφουν.

[λόγ. περιβαλλοντολόγ(ος) -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβαλλοντολογικός -ή -ό [perivalondolojikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στην περιβαλλοντολογία: Περιβαλλοντολογική μελέτη· (πρβ. περιβαλλοντικός).

[λόγ. περιβαλλοντολογ(ία) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβαλλοντολόγος ο [perivalondolóγos] θηλ. περιβαλλοντολόγος [peri valondolóγos] Ο35 : ο ειδικός στην περιβαλλοντολογία.

[λόγ. περιβαλλοντ- (περιβάλλον) -ο- + -λόγος μτφρδ. αγγλ. environmentalist· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go