Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: περίπου
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περίπου [perípu] επίρρ. : 1. για να δηλωθεί ποσότητα, μέγεθος που είναι αόριστα μεγαλύτερα ή λίγο μικρότερα από αυτό που σημαίνει η προσδιο ριζόμενη λέξη ή φράση· πάνω κάτω, σχεδόν, κατά προσέγγιση, κοντά: ~ τρια μέτρα. ~ δύο μήνες. Δέκα ~ σελίδες, δεν τις μέτρησα ακριβώς. Έχουν το ίδιο ~ ύψος. 2. για να δηλωθεί χρονική στιγμή ή θέση που είναι κοντά, λίγο αόριστα, λίγο πριν ή λίγο μετά, από αυτό που σημαίνει η προσδιοριζόμενη λέξη ή φράση· κοντά, σχεδόν: Θα ήταν ~ δύο η ώρα, δεν κοίταξα ρολόι. Στο ίδιο ~ σημείο. Είμαστε ~ στο μέσο της διαδρομής. || Έχουν την ίδια ~ λειτουργία. 3. όχι πολύ ακριβώς: ~ κατάλαβα, σχεδόν. || Yπολογίζει στο ~, όχι με ακρίβεια, πάνω κάτω.

[λόγ. < ελνστ. περίπου]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go