Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πίσσα
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πίσσα η [písa] Ο25 : 1. παχύρρευστη, μαύρου χρώματος μάζα, που είναι προϊόν απόσταξης διάφορων καύσιμων υλών και κυρίως ανθράκων, λιπών ή ελαίων: H ~ είναι υποπροϊόν του πετρελαίου. H ~ χρησιμοποιείται ως μονωτικό υλικό. H θάλασσα / η παραλία γέμισε πίσσες. H ~ του τσιγάρου επιβαρύνει τον οργανισμό. Στην κόλαση, οι αμαρτωλοί βασανίζονται μέσα σε καζάνια με ~. 2. (με επίταση) για κτ. πολύ μαύρο: Σκοτάδι ~, πολύ βαθύ. Mαύρος ~, πάρα πολύ μαύρος.

[αρχ. πίσσα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πισσάρισμα το [pisárizma] Ο49 : η ενέργεια του πισσάρω: Πήγα το αυτοκίνητο για ~.

[πισσαρισ- (πισσάρω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πισσάρω [pisáro] -ομαι Ρ6 : αλείφω κτ. με πίσσα (για να το στεγανοποιήσω): Πρέπει να ~ τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου. Πισσαρισμένη ταράτσα.

[πίσσ(α) -άρω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πισσάσφαλτος η [pisásfaltos] Ο36 : φυσική ή κατεργασμένη καθαρή άσφαλτος, ορυκτής προέλευσης ή προϊόντος πετρελαίου, που χρησιμοποιείται κυρίως για την επίστρωση δρόμων.

[λόγ. < ελνστ. πισσάσφαλτος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go