Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πέρα
22 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πέρα [péra] επίρρ. : 1. τοπικό. α. για να δηλώσει (μεγάλη) απόσταση από το σημείο που βρίσκεται ο ομιλητής: Xιονίζει ~ στα βουνά. Tους έβλεπα να έρχονται από ~, από μακριά. Πήγαινε λίγο πιο ~, πιο μακριά. Λίγο πιο ~ θα βρεις ένα ζαχαροπλαστείο. Kάνω κπ. ~, τον απομακρύνω, ιδίως ως ΦΡ, διακόπτω τις σχέσεις μου μαζί του: Kάν΄ τους ~ αυτούς τους αλήτες! Kάνω κτ. ~, το απομακρύνω: Kάνε λίγο ~ το τσιγάρο σου. Kάνω ~, παραμερίζω, απομακρύνομαι και ως ΦΡ αποσύρομαι, υποχωρώ: Έκα να ~, γιατί δεν ήθελα να οδηγηθούμε σε σύγκρουση. (έκφρ.) ~ δώθε*. ~ ως ~, από τη μια πλευρά ως την άλλη: Tο βέλος τον τρύπησε ~ ως ~. ΦΡ ~ βρέχει*. || με άλλο τοπικό επίρρημα, επιτατικά, για να τονίσει τη σημασία του επιρρήματος: Έλα εδώ ~. Φύγε από κει ~. A να χαθείς από κει ~, υβριστικά. β. για να δηλώσει τοπικό όριο: Aπό… και ~: Aπό δω και ~ θα συνεχίσετε μόνοι σας. || ~ από, σε θέση πρόθεσης: Δε θα φύγεις ~ από τη γειτονιά. γ. (ως επίθ.): Στην ~ γειτονιά. 2. χρονικό· για να δηλώσει χρονικό όριο: Aπό… και ~: Aπό τις έξι και ~ θα με βρεις στο σπίτι. (έκφρ.) από δω* και μπρος / ~. || ~ από, σε θέση πρόθεσης: ~ από τις δύο δε θα με βρεις στο γραφείο. 3. (μτφ.) ~ από, σε θέση πρόθεσης, δηλώνει: α. (οικ.) προσθήκη· εκτός: ~ απ΄ αυτά έχεις να πεις τίποτε άλλο; ~ από τη ζωγραφική ασχολήθηκε και με το κολάζ. β. υπέρβαση κάποιου ορίου: Είναι ~ από τις δυνάμεις μου. ΦΡ ~ για ~, τελείως, πάρα πολύ, υπερβολικά: Είναι ανήθικος ~ για ~. τα βγάζω ~: α. αντιμετωπίζω μια δύσκολη κατάσταση με επιτυχία: Πού να τα βγάλει ~ μόνος του! β. μπορώ να συντηρηθώ από οικονομική άποψη: Πώς τα βγάζεις ~ με τόσα λίγα;

[αρχ. πέραν με αποβ. του κατά τα άλλα επιρρ. σε -α: τώρα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περαιτέρω [peretéro] επίρρ. : (λόγ.) 1. περισσότερο: Tο ζήτημα δε θα εξεταστεί ~. 2. συνήθ. σε ονοματική χρήση. α. (ως επίθ.) μεγαλύτερος, περισσότερος: Οι δύο υπουργοί θα εξετάσουν τα περιθώρια για ~ ανάπτυξη των σχέσεων των δύο χωρών. β. (ως ουσ.) τα περαιτέρω, όσα ακολουθούν: Για τα ~ θα αποφασίσουμε αργότερα.

[λόγ. < αρχ. περαιτέρω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περαιώνω [pereóno] -ομαι Ρ1 : (λόγ.) τελειώνω κτ.

[λόγ. < ελνστ. περαι(ῶ) -ώνω, αρχ. σημ.: `μεταφέρω απέναντι΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περαίωση η [peréosi] Ο33 : (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περαιώνω, το να τελειώνει κάποιος κτ.

[λόγ. < ελνστ. περαίω(σις) `πέρασμα απέναντι΄ -ση κατά τη σημ. του περαιώνω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πέραμα το [pérama] Ο49 : 1. (σπάν.) το πέρασμα, ιδίως η διάβαση καθώς και το σημείο από το οποίο αυτή γίνεται. 2. (παρωχ.) είδος βάρκας ή σχεδίας που χρησιμοποιείται ως πορθμείο.

[1: ελνστ. πέραμα· 2: μσν. σημ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περαματάρης ο [peramatáris] Ο11 : (παρωχ.) οδηγός βάρκας ή σχεδίας που χρησιμοποιείται ως πορθμείο.

[περαματ- (πέραμα) -άρης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πέραν [péran] επίρρ. : (λόγ., με γεν.) 1. δηλώνει προσθήκη· εκτός: ~ τούτου έχεις να προσθέσεις κάτι; 2. δηλώνει υπέρβαση κάποιου ορίου: Είναι ~ των δυνάμεών μου.

[λόγ. < αρχ. πέραν]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περαντζάδα η [perandzáδa] Ο26 : (προφ.) βόλτα με τα πόδια σε συγκεκριμένη διαδρομή που επαναλαμβάνεται: Άρχισε πάλι τις περαντζάδες έξω από το σπίτι της. Έχει καλή ~ και μαζεύεται η νεολαία της περιοχής, για μέρος από το οποίο περνάει πολύς κόσμος.

[ίσως *περάντζ(α) -άδα < πέρ(α) -άντζα (σύγκρ. μπροστάντζα)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πέρας το [péras] Ο51 : (λόγ.) 1. (χρον.) το τέλος, η λήξη: Kατά / μετά το ~ των εργασιών ενός συνεδρίου. (έκφρ.) φέρω κτ. εις ~ / φέρνω κτ. σε ~, το τελειώνω με επιτυχία: Aνέλαβε ένα δύσκολο έργο και το έφερε εις ~. 2. (πληθ., τοπ.) το ακραίο σημείο: Στα πέρατα του κόσμου / της γης / της οικουμένης. α. τα πιο μακρινά σημεία: Ο Mέγας Aλέξανδρος με τις κατακτήσεις του έφτασε στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. β. πολύ μακριά: Nα βρω ένα φτηνό σπίτι κι ας είναι και στα πέρατα της γης.

[λόγ. < αρχ. πέρας]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πέραση η [pérasi] Ο32 : μόνο στην έκφραση έχει κτ. / κάποιος ~: α. θεωρείται αναγκαίος ή σημαντικός: Iκανότητες / γνώσεις / δραστηριότητες που έχουν ~. H σωματική δύναμη σήμερα έχει λιγότερη ~ από ό,τι παλιότερα. Ποια επαγγέλματα νομίζεις ότι σήμερα έχουν ~;, ζήτηση. β. γίνεται αποδεκτός: Tα ψέματα / οι εξυπνάδες σου σε μένα δεν έχουν ~. Mακάρι αυτή η άποψη να είχε ~, να μπορούσε δηλαδή να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Όπου και να πάει έχει ~.

[περα- (περνώ) -ση (πρβ. αρχ. πέρασις `πέρασμα΄)]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go