Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πάρα
652 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πάρα [pára] & [para] στη σημ. 2β και συχνά στη σημ. 2α επίρρ. ποσ. : επιτείνει τη σημασία της λέξης που ακολουθεί. 1. προτάσσεται στο επίθετο πολύς και στο επίρρημα πολύ: ~ πολύς κόσμος. ~ πολλή δουλειά. ~ πο λύ θάρρος. ~ πολύ όμορφο. Ευχαριστώ ~ πολύ. Δούλεψε ~ πολύ σκλη ρά, αλλά τα κατάφερε. || με τη σημασία υπερβολικά πολύ, παραπάνω από ό,τι έπρεπε, προκειμένου για καταστάσεις δυσάρεστες: Δούλεψε ~ πολύ σκληρά κι έπαθε υπερκόπωση. Έφαγε ~ πολύ και βαρυστομάχιασε, έφαγε υπερβολικά πολύ ή παραέφαγε και βαρυστομάχιασε· (βλ. παρα- 2). 2. προτάσσεται σε οποιαδήποτε άλλη λέξη: α. Πέρνα την ~ άλλη εβδομάδα, την πιο άλλη, τη μεθεπόμενη εβδομάδα. Tην ~ ~ ~ άλλη εβδομάδα, την τέταρτη εβδομάδα ύστερα από αυτή που διανύουμε. Ο ~ προσπαππούλης, ο προ προπάππος. β. σε χαλαρή σύνθεση, όταν δεν υπάρχει έμφαση, σε εναλλαγή με το παρα- 2: ~ πίσω, παραπίσω. ~ πάνω, παραπάνω. || σε εκφορές με επανάληψη του ρήματος: Έχει και ~ έχει, έχει και με το παραπάνω. Θέλω και ~ θέλω, θέλω πάρα πολύ.

[< παρά 1]

[Λεξικό Κριαρά]
παρά, πρόθ.· πάρα.
  • I. Πρόθ.
    • Ά Με γεν.
      • 1) Τοπ.
        • α) (για δήλ. στάσης σε τόπο):
          • (Καλλίμ. 288
        • β) κοντά σε:
          • Παρά σπιτιού ήβαλά τα (ενν. τα χοιρομέρια) (Στάθ. Β́ 187).
      • 2) Από
        • α) (για δήλ. αιτίας):
          • το ανδρόγυνον χωρίζεται παρά του θανάτου του ανδρός … (Ασσίζ. 12125
        • β) (για δήλ. απαλλαγής):
          • ελεύτερος με το κείμενον παρά εκείνου του φόνου (Ασσίζ. 47517).
      • 3) Ενάντια σε κ.:
        • ουδέν έν γέγονεν ποσώς παρά 'ρισμού Κυρίου (Παρασπ., Βάρν. C 458).
    • Β́ (Με δοτ., για δήλ. ποιητ. αιτ.) από:
      • ίστατο … άντικρυς εξεπίτηδες του παρ’ εμοί οράσθαι (Διγ. Z 3097).
    • Γ́ Με αιτιατ.
      • 1) Τοπ.
        • α) δίπλα· μπροστά σε:
          • πίπτει παρά τους πόδας (Βέλθ. 495
        • β) (μέσα) σε:
          • χρυσού μεγίστους θησαυρούς … ους έθεντο παρά την γην εμοί πρώτοι πατέρες (Βίος Αλ. 3700).
      • 2) (Για δήλ. προέλ. με αιτιατ. προσώπου) από:
        • ως ακούετον παρά πάντας … δεν ήτον καθάριος από την πορνείαν (Συναδ. φ. 32v).
      • 3) (Για δήλ. εναντίωσης, αντίθεσης):
        • (Ασσίζ. 7523, 24), (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 702).
      • 4) (Για δήλ. χρονικής εναλλαγής):
        • δίδου αλόην … παρά μίαν ημέραν (Ιερακοσ. 46731).
      • 5) (Για να δηλωθεί το λιγότερο):
        • Εκοιμήθη ο μέγας Κομνηνός ο κυρ Αλέξιος … βασιλεύσας έτη λγ́ παρά μήνας γ́ (Πανάρ. 644).
      • 6) (Για δήλ. ποιητ. αιτ.):
        • ταύτη γαρ η συγγενεία … παρά … τους Ρωμαίους αφ’ αίματος λέγεται (Ελλην. νόμ. 56629).
  • II. Σύνδ.
    • Ά Συγκρ.
      • 1) (Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού)
        • α) (με αιτιατ.):
          • (Προδρ. I 238), (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 75
          • (με προηγ. το παρκάτω):
            • επέσωσα εις τον τόπον σας και εθάρρουν πως δεν είμαι παρκάτω παρά τον δικόν μου (Μαχ. 53012
          • (ποσοτ., χρον.):
            • απέρνα … διαβάζοντας καθημερινώς πλιο παρά πέντε χρόνους (Τριβ., Ρε 112· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 220r
          • (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.):
            • (Σαχλ., Αφήγ. 822), (Προδρ. I 91
        • β) (με γεν.):
          • δύνασαι και άλλον λόγον κάλλιον παρ’ αυτού να είπεις (Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ή [414]
          • (με παράλ. του επιρρ.):
            • η καρδία του δύναται παρά πάντων (Σπαν. A 70
        • γ) (με βουλητική πρόταση):
          • καλλιά έχω την γυναίκα μου παρά να βασιλεύσω (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2011
          • (εδώ λόγω βραχυλογίας):
            • εμνόξασίνε … εσάς καλύτερω βοσκώ παρά εκεινώ ν’ αφήσου (Πανώρ. Έ́ 154
            • γ1) (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.):
              • Γαμβρούς … να βρεις να’χουν κορμιά ακέραια παρά να λείπουν αρετές (Δεφ., Λόγ. 540
            • γ2) (με προηγ. το ειμή):
              • δεν έχω μετά σε ειμή παρά να χάσω (Φαλιέρ., Ιστ. 594
            • γ3) (με προηγ. το αλλιώς):
              • θεά, πώς ημπορεί η χάρη σου να κάμει αλλιώς παρά τη σήμερο δίκια ν’ αποφασίσεις (Φορτουν. Ιντ. ά 105
        • δ) (με αναφορ. πρόταση):
          • να με αγαπήσεις περισσότερα παρά οπού με αγάπας (Διγ. Άνδρ. 3594
          • η αυθεντία ουδέν ένι κρατημένη να δώσει πλείον τίποτες εκείνης της ζημίας, παρά όσον ένι άνωθεν λαλημένον (Ασσίζ. 19126
        • ε) (με επίρρ., συν. το ποτέ· βλ. και έκφρ. παρά ποτέ):
          • Πλια παρά πρώτας τσ’ αγαπού (Πανώρ. Έ 297· Κυπρ. ερωτ. 9445
        • στ) (με απαρέμφ.):
          • γλυκυτέρα γουν η μάχη … παρ’ ελθείν εις τας πατρίδας (Ερμον. Ι 44
        • ζ) (πλεοναστικά με επόμ. την πρόθ. από):
          • πως το θέλεις πλιότερα παρ’ από με γροικώ σου (Πανώρ. Γ́ 396
        • η) (με ονομ. ομοιόπτωτα):
          • καλλιά 'ναι ο θάνατος παρά σκλαβιά (Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 87).
      • 2) (Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού) περισσότερο από, καλύτερα από
        • α) (με αιτιατ.):
          • άγριος παρά θηρίον (Χούμνου, Κοσμογ. 786
          • α1) (με τα επίθ. πας, άπας, όλος):
            • (Απολλών. 185
            • πολλήν υπεροχήν παρά τους πάντας έχεις (Βίος Αλ. 717
            • στερεόν (ενν. άλογον) πολλά παρ’ όλα (Πτωχολ. α 444
          • α2) (με τις αντων. άλλος, κ(ι)ανένας, κ(ι)ανένας άλλος):
            • (Ερωτόκρ. Β́ 15
            • Κρήτη, που ήσουν 'παινετή στα πλούτη παρά άλλη (Διακρούσ. 11221
            • Τέκνο μου, … τόσα φρόνιμο παρά παιδί κιανένα! (Θυσ. 356
            • 'Σ κίνδυνον μέγαν και βαρύν παρά κανέναν άλλο (Διακρούσ. 897
        • β) (με γεν.):
          • (Φυσιολ. (Zur.) XIIII1
        • γ) (με αναφορ. πρόταση):
          • εφάνην τους όλους να πάρουν μέγαν σκοπόν, παρά 'πού επαίρναν (Βουστρ. 9211
        • δ) (με την πρόθ. από):
          • ήτον (ενν. ο πατριάρχης Κύριλλος) … σοφός παρά από όλους τους μαθηματικούς (Συναδ. φ. 55r
        • ε) (με ονομ. ομοιόπτωτα):
          • πρώτον πρέπει να αγαπούνται οι καλοί παρά οι κακοί (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 76· Αιτωλ., Μύθ. 8818).
      • 3) (Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. υπερθ. βαθμού):
        • άπαντας υποτάξας (ενν. ο Διγενής) φρικτότατος εδείκνυτο παρά τους απελάτας (Διγ. Z 4194).
      • 4) (Με προηγ. χρον. επίρρ.· συν. το ομπρός· βλ. και εμπρός 2γ(β))
        • α) (με ουσ. ή αντων.) πριν από κάπ. ή κ.:
          • (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 215v
          • πρώτας ήρθες παρά με (Ανέκδ. ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 36
        • β) (εισάγει χρον. πρόταση με προηγ. τα επιρρ. εμπρός, ομπρός, πρι(ν), πριχού, πρώτας, πρωτύτερα· βλ. και εμπρός 2γ(α)) προτού (να):
          • Εμπρός παρά να πλερωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες, εγίνετον θανατικόν (Πόλ. Τρωάδ. 5394· 1867
          • μα θε να δω τη μάννα μου πρι παρά να κινήσω (Θυσ. 524· Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [683]
          • πρώτας παρά ν’ αλλάξω (Πιστ. βοσκ. III 6, 77
          • επρόβλεπε τες ταραχές και τους χειμώνας πρωτύτερα παρά να έλθουσι (Χίκα, Μονωδ. 66· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 51r).
    • Β́ (Αντιθ. με προηγ. άρν.) αλλά:
      • ο μισέρ Αντρίας δεν εκούριασεν, παρά πάγει εις του παλίου (Βουστρ. 19014· Πανώρ. Γ́ 104).
  • III. Επίρρ.
    • 1) (Σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού)
      • α) αλλά μόνο, παρά μόνο:
        • δεν είν’ η αγάπη κάτεχε παρά καλό περίσσο (Πανώρ. Β́ 354
        • ένα ερημονήσι εις το οποίον δεν εκατοικούσαν παρά άγρια ζώα (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· Ασσίζ. 31630
        • (με επόμ. βουλητική πρόταση):
          • (Ερωφ. Δ́ 15
          • Δεν έν παρά να γένει (Αλεξ. 265
        • (με επόμ. αναφορ. πρόταση):
          • ουδέν παίρνει απέ τον καρπόν παρά όσον εντέχεται (Ασσίζ. 7728· 1565
        • (πλεοναστικά με επόμ. ή προηγ. τα μόνο(ν), μοναχάς):
          • (Σεβήρ., Διαθ. 1893), (Πανώρ. Β́ 372
          • μηδ’ άλλο πράμα δύνεται να με παρηγορήσει παρά η θωριά σου μοναχάς (Ερωφ. Γ́ 83
          • να κατέχεις το πως δε θέλω μοναχάς παρά το πρόσωπό σου να το θωρώ (Πανώρ. Γ́ 593
        • (επιτ. με προηγ. τα άλλος, άλλον τίποτας, κιανένας):
          • Άλλην ουκ έχω παρά σεν (Φαλιέρ., Ιστ. 476
          • δεν εφοβείτονε άλλον τίποτας παρά την αμαρτίαν (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420· Ερωφ. Ά 530
      • β) εκτός από:
        • Αν πει κανένας κι άλλην παρά σέναν αγάπησα ποτέ … (Κυπρ. ερωτ. 2212
        • (πλεοναστικά με προηγ. το επίρρ. έξω):
          • περί ποίων γραφών τών ουδέν εντέχουνται να ποίσουν δίκαιον έξω παρά η αυλή (Ασσίζ. 1318).
    • 2) (Επιτ. με επόμ. το επίρρ. πολλά) σε μεγάλο βαθμό, εξαιρετικά:
      • έστεκεν (ενν. ο γενεράλες) ογιά τα Χανιά πάρα πολλά γνοιασμένος (Τζάνε, Κρ. πόλ. 15614).
  • Εκφρ.
  • 1) Παρ’ αξίαν = όπως δεν αξίζει, ανάξια:
    • (Πτωχολ. α 361).
  • 2) Παρά δαμίν = παραλίγο:
    • (Ερμον. Μ 111).
  • 3) Παρά διαβόλου, βλ. διάβολος 1ζ.
  • 4) Παρ’ ελπίδα, βλ. ελπίς 1γ.
  • 5) Παρά λόγου = χωρίς λόγο:
    • (Χρον. Μορ. H 4175).
  • 6) Παρ’ ολίγον, βλ. ολίγον Εκφρ. 8.
  • 7) Παρ’ όνομα, βλ. όνομα Εκφρ. 3.
  • 8) Παρά ποτέ = περισσότερο από ποτέ:
    • (Ερωτόκρ. Δ́ 1368), (Θυσ. 420).
  • 9) Παρά τα πάντα = πάνω απ’ όλα:
    • (Μαχ. 64211).
  • 10) Παρά το πρώτον = (?)περισσότερο από πριν:
    • (Φυσιολ. (Legr.) 74).
  • 11) Παρά της ώρας = αμέσως:
    • (Καλλίμ. 2554).
  • 12) Παρ’ ώραν = πρόωρα:
    • (Καλλίμ. 1045).

[αρχ. πρόθ. παρά. Ο τ. και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρά 1 [pará & para] πρόθ. παθαίνει έκθλιψη πριν από φωνήεν· (βλ. και παρα- 1) : συντάσσεται: I. με αιτιατική και δηλώνει: 1. αντίθεση ή εναντιότητα· αντίθετα με / προς. α. με έναρθρη αιτιατική: ~ το νόμο / τη διαταγή / τη συμφωνία. Tο έκαναν ~ τη θέλησή μου. ~ το φοβερό κρύο ήταν ελαφρά ντυμένος. || σε λόγια σύνταξη με αιτιατική χωρίς άρθρο, συνήθ. στις εκφράσεις: ~ φύσιν / φύση*. παρ΄ ελπίδα*. ~ (πάσαν) προσδοκίαν*. || παρ΄, όταν υπάρχει το όλος πριν από την έναρθρη - με επίθετο ή χωρίς επίθετο- αιτιατική: Παρ΄ όλη την καλή του διάθεση δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει, παρόλο που ήθελε, δεν μπόρεσε. Παρ΄ όλο το θάρρος που έδειξε… (έκφρ.) παρ΄ όλα αυτά, για αντίθεση προς όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως: Παρ΄ όλα αυτά, επιμένει. ~ ταύτα*. β. στις εκφορές ~ το ότι / παρ΄ ότι / ~ το γεγονός ότι, στη θέση αντιθετικού υποτακτικού συνδέσμου· παρόλο που, αν και: Tο ποσοστό της εγκληματικότητας αυξήθη κε, ~ το γεγονός ότι εντάθηκαν τα αστυνομικά μέτρα. Παρ΄ ότι προσπά θησε αρκετά, δεν κατάφερε να περάσει τις εξετάσεις. 2. διαφορά προς το λιγότερο, δηλαδή πόσες μονάδες υπολείπονται, για να συμπληρωθεί το σύνολο που εκφράζει το απόλυτο αριθμητικό που προσδιορίζει: Ένα εκατομμύριο ~ χίλιες δραχμές, λείπουν χίλιες δραχμές. ~ μια μονάδα δε βγήκε πρώτη. || για την εκφώνηση της ώρας: Tο κουδούνι χτυπά στις τέσσερις ~ δέκα. Mεσάνυχτα ~ πέντε. (έκφρ.) ~ λίγο* / παρ΄ ολίγο*. ΦΡ ~ τρίχα* / γουρουνότριχα*. (στο) ~ πέντε*. ~ μία(ν) τεσσαράκοντα*. 3. χρόνο (εναλλαγή): Έρχεται μέρα ~ μέρα, μια μέρα έρχεται, μια δεν έρχε ται ή έρχεται κάθε δύο μέρες. II. σε λόγιες εκφορές: α. με αιτιατική, με την αρχική σημασία του κοντά, δίπλα: ~ πόδα* και ως ΦΡ. β. με την αρχαία δοτική έχει την έννοια του κοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου: Δικηγόρος παρ΄ Aρείω Πάγω. Yπουργός / υφυπουργός ~ τω πρωθυπουργώ*.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. παρά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρά 2 σύνδ. : 1. αντιθετικός· ενώνει μία αρνητική πρόταση ή έννοια με ακόλουθη καταφατική σε: α. αντίθεση με περιορισμό (συχνά μαζί με το μόνο / μοναχά), όταν στην αρνητική πρόταση υπάρχει το τίποτε, κανείς, άλλος, τίποτε άλλο, κανείς άλλος: Άλλο δε σκέφτεται ~ μόνο να φύγει μακριά, το μόνο που σκέφτεται είναι να φύγει μακριά. Δεν του απόμεινε ~ αυτή η παρηγοριά. Δεν κάναμε τίποτε ~ μόνο περιμέναμε ώρες. Άλλο δεν άκουσα ~ μια βαθιά αρμονική φωνή, άκουσα μόνο μια βαθιά αρμονι κή φωνή. Δεν έχεις ~ να μου το πεις, αρκεί μόνο να μου το πεις. || σε προτάσεις ερωτηματικές που ισοδυναμούν με αρνητικές: Ποιος μας βοήθησε ~ ο πατέρας σου;, κανένας άλλος δε μας βοήθησε παρά μόνο ο πατέρας σου. || στις εκφράσεις δεν μπορεί / δε γίνεται ~ να, εξάπαντος, οπωσδήποτε: Όλα αυτά δεν μπορεί ~ να μας κάνουν διστακτικούς, μας κάνουν οπωσδήποτε διστακτικούς. Δε γίνεται ~ να αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια, οπωσδήποτε αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια. β. απλή αντιθετική σύνδεση· αλλά: Nα μην καθίσεις ~ να φύγεις αμέσως, αλλά αντίθετα να φύγεις. Δεν κάθεται ~ τρέχει από το πρωί ως το βράδυ. Yπάρχουν προβλήματα όχι πραγματικά ~ φανταστικά. || σε ερωτηματική πρόταση που ισοδυναμεί με αρνητική: Tι κακό μάς έκανε, ~ μας βοήθησε όσο μπόρεσε;, δε μας έκανε κανένα κακό παρά μας βοήθησε όσο μπόρεσε. γ. επιδοτική αντιθετική σύνδεση με τη μορφή όχι μόνο… ~ και: Όχι μόνο στην ποίη ση ~ και στο πεζό. Όχι μόνο να μην γκρινιάζεις ~ και να λες ευχαριστώ. 2. συγκριτικός· από. α. ύστερα από επίθετο ή επίρρημα συγκριτικού βαθμού (ο β' όρος σύγκρισης μπορεί να είναι ένα μέρος του λόγου, εμπρόθε το ή πρόταση): Προτιμώ να διαβάζω ~ να γράφω. Προτιμότερος ο θάνατος ~ τέτοια ζωή. Είναι πιο όμορφα εδώ ~ εκεί. Είναι πιο πονηρός παρ΄ ό,τι φαίνεται, από όσο φαίνεται. ~ ποτέ, από οποιαδήποτε άλλη φορά στο παρελθόν: Ωραιότερη ~ ποτέ. || περισσότερο*… ~. ΠAΡ Kάλλιο πέντε και στο χέρι ~ δέκα και καρτέρει*. Kάλλιο γαϊδουρόδενε* ~ γαϊδουρογύρευε. Kάλλιο αργά ~ ποτέ. Kάλλιο πρώτος στο χωριό ~ δεύτερος στην πόλη*. || σε σύγκριση που υπολανθάνει: Έτρεμε από φόβο ~ από ντροπή, περισσότερο από φόβο παρά από ντροπή. || ~ να, αν είναι, αν πρόκειται: ~ να κάθομαι να περιμένω, καλύτερα να πηγαίνω. Kαλύτερα να χωρίσουμε ~ να μαλώνουμε. β. ύστερα από το κάθε άλλο(ς) / οποιοσδήποτε άλλος / άλλος, σε καταφατική πρόταση: Kάθε άλλο ~ ενδιαφέρουσα είναι η δουλειά του, κάθε άλλο εκτός από ενδιαφέρουσα, δεν είναι καθόλου ενδιαφέρουσα. Aν ήταν άλλος ~ εσείς δε θα το έκανα, άλλος και όχι εσείς.

[αρχ. παρά (δες παρά 1) (η συγκρ. σημ. ελνστ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρα- 1 [para] & παρ- 1 [par], συνήθ. σε παλαιότερη παραγωγή πριν από φωνήεν & παρά- [pará] ή πάρ- [pár], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα που συνήθ. δηλώνει: AI1α. (κυρίως σε επίθετα) ότι το προσδιοριζόμενο βρίσκεται πλάι, κοντά σ΄ αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέ ξη: παραδουνάβιος, παραθαλάσσιος, παραμεθόριος, παραποτάμιος. || παραθέτω· παρακλάδι, παραφυάδα· παρωνυχίδα. || (ανατ., ιατρ.) παραθυρεοειδής· παρωτίτιδα. β. ενώπιον: παρελαύνω, παρέλαση. γ. παραπλεύρως, πλάγια: παρακάμπτω· (επιστ.) παρακέντηση, παροχέτευση. || (συχνά και με το εισ-) κρυφά: παρεισδύω. 2. για να δηλώσει: α. (συχνά λαϊκότρ.) βοηθητική, δευτερεύουσα ιδιότητα ή λειτουργία: παραπόρτι, παρασπίτι. β. υποκατάσταση: παραγιός, παραμάνα, παραπαίδι. γ. σύγκριση (συχνά και με το αντι-, για να ενισχυθεί η ατονημένη συγκριτική σημασία του): παραβάλλω, παραθέτω, παραβολή - αντιπαραβάλλω, αντιπαραθέτω, αντιπαραβολή. || άμιλλα: παραβγαίνω. δ. σχετική ομοιότητα: παραπλήσιος, παρόμοιος. || (ιατρ.) παρατυφοειδής. || για κτ. παρεμφερές, συμπληρωματικό: παραϊατρικός. || πάρεργο. ε. ύπαρξη και λειτουργία παράλληλη και έξω από τα πλαίσια αυτού που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παρακράτος, παραοικονομία, παρατράπεζα· παρακρατικός, παραστρατιωτικός, παρεκκλησιαστικός. II. (σε ρήματα και τα παράγωγά τους) με τη σημασία της κίνησης προς κπ., κτ. ή από κπ., κτ.: παραλαμβάνω· παραλαβή· παραδίδω, παραπέμπω· παράδοση, παραπομπή· παραδοτέος· παραπεμπτικός. III. χρόνο, συνέχιση αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: παραμένω, παρατείνω· παράταση. || παραχειμάζω. IV. εναντιότητα, έντονη αντίθεση, ασυμφωνία προς αυτό που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παράλογος, παράτυπος, παράφωνος· παρανομώ, παρασπονδώ· παρανομία, παρατυπία. || σχηματίζει το αντίθετο της πρωτότυπης λέξης: παρακμάζω, ANT ακμάζω· παράλογος, ANT λογικός. V1. παράβαση όσον αφορά αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: παραβαίνω, παρακούω, παρατιμονιά. 2. (ιατρ.) απόκλιση από την κανονική, συνήθη λειτουργία που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παραίσθηση, παράνοια, παραμνησία, παραφροσύνη. VI. σκόπιμη αλλοίωση ή μεταβολή αυτού που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: παραποιώ, παραχαράσσω, παρερμηνεύω· παραποίηση, παραχάραξη, παρερμηνεία· παραχαράκτης. B. (χημ.) σε οργανικές ενώσεις: παραλδεΰδη, παραδιχλωροβενζόλιο.

[μσν. πρόθημα παρ(α)- (< αρχ. παρα-) `δευτερότερο, πολύ, πιο΄: μσν. παρα-κλάδιον, παρα-μπρός & λόγ. < αρχ. παρ(α)- < πρόθ. παρά ως α' συνθ. `πλάι σε΄ αλλά και για δήλωση του περασμένου, σύγκρισης, τροποποίησης: αρχ. παρ-άλληλοι, παρα-πλέω, παρ-έρχομαι, παρα-πείθω, παρα-τίθημι `παραθέτω΄, παρ-αλλαγή & γαλλ., διεθ. para- < λατ. para- < αρχ. παρα-: παρά-μετρος < γαλλ. para-mètre, παρα-θυρεοειδής < διεθ. para- + -thyroid & μτφρδ. παρα-στρατιωτικός < γαλλ. para-militaire, παρα-πληροφόρηση < αγγλ. misinformation, παρα-πόταμος < γερμ. Nebenfluss]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρα- 2 & παρ- 2, όταν το β' συνθετικό αρχίζει από [a] : α' συνθετικό το οποίο: 1. δηλώνει επίταση, υπερβολή, παραπάνω από αυτό που πρέπει ή συνεπάγεται το β' συνθετικό· (βλ. πάρα): ~βρά ζω, ~είμαι, ~ζεσταίνω, ~κοιμάμαι, ~φορτώνω, ~χορταίνω, παρακούω. 2. σε τοπικά επιρρήμα τα: ~πάνω, ~κάτω, ~μπρός.

[< πάρα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παραβάζω [paravázo] Ρ αόρ. παραέβαλα και παράβαλα, απαρέμφ. παραβάλει, μππ. παραβαλμένος : βάζω κτ. (τοποθετώ, εισάγω κτλ.) περισσότερο (σε ποσότητα, συχνότητα κτλ.) από όσο πρέπει: Παραέβαλες βενζίνη στο ντεπόζιτο και ξεχείλισε. Tο παράβαλα πια αυτό το φουστάνι και πρέπει να το αλλάξω, το παραφόρεσα.

[παρα- 2 + βάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παραβαίνω [paravéno] -ομαι Ρ αόρ. γ' πρόσ. παρέβη, παρέβησαν, απαρέμφ. παραβεί, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : αθετώ κτ. συμφωνημένο, παραβιάζω κτ. θεσμοθετημένο: ~ συμφωνίες / νόμους / κανονισμούς / διατάξεις. Οι αντικυβερνητικοί στρατιώτες παρέβησαν τη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός.

[λόγ. < αρχ. παραβαίνω]

[Λεξικό Κριαρά]
παραβαίνω.
  • Ά Μτβ.
    • 1) Περνώ δίπλα από κ., προσπερνώ κ.·
      • (σε μεταφ.):
        • ανέστελλον … την γνώμην …, αλλά σαφώς αδύνατον πυρ παραβήναι χόρτον (Διγ. Z 2695).
    • 2) Παραβαίνω, αθετώ, δεν τηρώ κ.:
      • (Ιστ. πατρ. 17515), (Διγ. Z 781), (Ερμον. Ε 425).
  • Β́ Αμτβ.
    • 1) Παρακούω· αμαρτάνω:
      • ως καρδιογνώστης Θεός … ήξευρεν ότι ο Αδάμ θέλει παρέβει (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 45v).
    • 2) (Με την πρόθ. από + αιτιατ.) παραβαίνω, δεν τηρώ κ.:
      • ποτέ του δεν ήθελε (ενν. ο εκκλησιάρχης) … να παρέβει έξω από εκείνο οπού όριζαν οι θείοι νόμοι (Ιστ. πατρ. 9821).

[αρχ. παραβαίνω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παραβάλλω [paraválo] -ομαι Ρ πρτ. παρέβαλλα, αόρ. παρέβαλα, απαρέμφ. παραβάλει, παθ. αόρ. παραβλήθηκα, απαρέμφ. παραβληθεί : συγκρίνω κτ. με κτ. άλλο παραλληλίζοντάς τα, βάζοντας το ένα δίπλα στο άλλο (για να εντοπίσω, να επισημάνω ομοιότητες, διαφορές, λάθη κτλ.): ~ το χειρόγραφο με το τυπωμένο κείμενο. || παράβαλε (συντομογρ. πρβ.), για να δηλωθεί παραπομπή, κυρίως σε κείμενα: Πρβ. σελίδα 58. || παρομοιάζω: H λειτουργία της καρδιάς μπορεί να παραβληθεί με τη λειτουργία της αντλίας.

[λόγ. < αρχ. παραβάλλω]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...66   Next >
Go to page:Go