Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: οπότε
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όποτε [ópote] σύνδ. χρον. : εισάγει δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις και προσδιορίζει πράξη που συμβαίνει ή ισχύει συγχρόνως με αυτό που εκφράζει η κύρια πρόταση· ειδικότερα δηλώνει: α. πράξη που επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο στο παρελθόν, παρόν και μέλλον· κάθε (φορά) που: ~ χρειαζόταν κάτι, το δανειζόταν από τους γείτονες. Είναι παρατηρημένο πως, ~ έρθει, κάτι κακό θα μας συμβεί. ~ πονάει, πίνει δυο ποτηράκια κρασί. β. πράξη που δε θέλει ο ομιλητής να ορίσει πότε ακριβώς θα συμβεί στο μέλλον αλλά το αφήνει στην κρίση του υποκειμένου της χρονικής πρότασης· όταν τυχόν: Kράτησέ το κι ~ τυχόν το χρειαστώ, θα σου το ζητήσω. Άφησέ την να κοιμηθεί κι ~ ξυπνήσει, τρώει. ~ ευκαιρείς, πετάξου δυο λεπτά να σε δούμε. ~ με χρειαστείς, θα είμαι στη διάθεσή σου. Έλα ~ θες. ~ και αν το τελειώσεις, μου το επιστρέφεις.

[μσν. όποτε < αρχ. ὁπότε `όταν΄ με τον. στην προπαραλ. κατά τα άλλα αοριστολογικά: όποιος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπότε [opóte] σύνδ. : 1. χρονικός, συχνά σε διηγήσεις, για να εκφράσει κτ. απροσδόκητο: Είχαμε χάσει το δρόμο, ~ απ΄ τ΄ ανέλπιστα, συναντήσαμε έναν αγωγιάτη, όταν εκείνη τη στιγμή… 2. στη θέση χρονικού συμπερασματικού συνδέσμου, για να δηλώσει κατάσταση που απορρέει, προκύπτει αναγκαστικά από τα προηγούμενα: Είναι πιθανόν να μην έρθει στο ραντεβού, ~ τι γίνεται τότε;, τι κάνουμε σ΄ αυτή την περίπτωση; Δεν ήρθε στο γραφείο ~ κάτι θα του έχει συμβεί, επομένως.

[λόγ. < αρχ. ὁπότε]

[Λεξικό Κριαρά]
οπότε, σύνδ.· όποτε· 'πότε.
  • 1) Όταν:
    • (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 360), (Φλώρ. 738).
  • 2) (Προκ. να δηλωθεί επανάληψη) κάθε φορά που:
    • (Φλώρ. 702).
  • 3) Οποτεδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή, όποτε:
    • Όποτε θελήσουν (ενν. οι Ρωμαίοι) να ρεβελιάσουν κατά μέναν, ημπορού να το ποίσουν (Μαχ. 2010).

[αρχ. σύνδ. οπότε. Ο τ. όποτε στο Somav. και σήμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οποτεδήποτε [opoteδípote] επίρρ. χρον. : με αόριστη αναφορά σε οποιαδήποτε περίπτωση ή χρονική στιγμή, χωρίς χρονικούς περιορισμούς: Mπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα οπουδήποτε, ~, από οποιονδήποτε. || στη θέση χρονικού συνδέσμου προσδιορίζει πράξη η οποία θα συμβεί αόριστα κάποια, κατά την κρίση του υποκειμένου της πρότασης, στιγμή στο μέλλον: ~ το χρειαστείς, θα σου το δώσω. Έλα ~ θέλεις. || με παραχωρητική πρόταση: Δε θα μας ανησυχήσεις, ~ κι αν έρθεις.

[λόγ. < αρχ. φρ. ὁπότε δή… με προσθήκη του ποτέ κατά το οπουδήποτε μτφρδ. αγγλ. whenever]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go