Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: οποιοσδήποτε
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οποιοσδήποτε οποιαδήποτε οποιοδήποτε [opxozδípote] αντων. αόρ. αναφ. (βλ. Ε4) : 1. σε θέση επιθέτου (οποιοδήποτε θέμα) ή ουσιαστικού (~ θελήσει μπορεί να έρθει)· τη χρησιμοποιεί ο ομιλητής όταν θέλει να εκφράσει έντονη αοριστία· όποιος τυχόν: ~ μπορεί να δηλώσει συμμετοχή, ο καθένας, όλοι. Δεν μπορείς να απευθυνθείς σε οποιονδήποτε, στον καθένα. Οποιαδήποτε στιγμή / ώρα, κάθε στιγμή. Πάντα κάνει οποιαδήποτε δουλειά, όποια δουλειά να ΄ναι. || με την αντωνυμία άλλος για τις περιπτώσεις που ο ομιλητής, αφού εξαιρέσει κπ. ή κτ., αδιαφορεί για το ποιος ή ποιο θα το(ν) αντικαταστήσει: Aς πάει ~ άλλος εκτός από μένα. Aς είναι οποιαδήποτε άλλη δουλειά εκτός από αυτήν. Aς πληρώσει ~ άλλος, αρκεί να μην πληρώσουμε εμείς. 2. με το αόριστο άρθρο, στη θέση επιθέτου για να δηλωθεί εντονότερα η αοριστία (απουσία ακριβούς προσδιορισμού), αδιαφορία ή παραχώρηση ως προς αυτό που εκφράζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό· όποιος, ένας τυχών: Παίρνουμε ένα οποιοδήποτε γεωμετρικό σώμα, ένα τυχόν γεωμετρικό σώμα. 3. (συνήθ. μειωτ.) ουσιαστικοποιημένο κυρίως στο αρσενικό γένος και πάντα με το οριστικό άρθρο· ο πρώτος τυχών, ο καθένας: Δεν μπορεί ο ~ να έρχεται και να μας ελέγχει. Εγώ δεν είμαι ο ~· είμαι ο καλύτερός σου φίλος.

[λόγ. < αρχ. φρ. ὁποῖος δήποτε `κάποιος κάποτε΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go