Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: οποίος
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Κριαρά]
όποιος, αντων.· γεν. οποιουνού.
— Βλ. και οποίος και ποίος.
  • 1) (Αοριστολ.) όποιος, οποιοσδήποτε:
    • Όποιο τραγούδι τσ’ άρεσεν, ήπιανε κι ήγραφέ το (Ερωτόκρ. Ά 445
    • να συβαστεί να παντρευτεί μ’ όποιο απ’ αυτούς θελήσει (Ερωφ. Β́ 427
    • με επόμ. το κ(α)ι α(ν):
      • εις όποιο μέρος και αν στραφώ εκδίκησιν ξετρέχουν των τέκνων μου τα δάκρυα (Λίμπον. 25
      • όποιος κι α μ’ επείραξεν, εκείνος με κατέχει (Ερωτόκρ. Β́ 899).
  • 2) (Με άρθρο)
    • α) ο οποίος:
      • (Θησ. (Foll.) I 71
      • Είχεν και έτερον υιόν … του όποιου άφηκεν στην Βλαχίαν ένα καλό ιμερίδι (Χρον. Μορ. H 3088
    • β) (το ουδ.) πράγμα που:
      • καθώς το ακούσετε εδώ οπίσω εις το βιβλίον μου …, το όποιον ουδέν με φαίνεται να σας το διπλογράψω (Χρον. Μορ. H 7558).

[<άρθρο ο + αντων. ποίος. Διαφ. τ. σήμ. ιδιωμ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
οποίος, αντων.· οποιός· πληθ. οποί.
— Βλ. και όποιος και ποίος.
  • 1) Αναφορ.
    • α) (χωρίς άρθρο) ο οποίος, που:
      • μου κρατεί ένας λογισμός στο νου ανακατωμένο, οποιός τη νύκτα με ξυπνά (Ροδολ. Ά 523), (Ζήνου, Βατραχ. 247
      • (επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει):
        • επήγεν εις τα σπιτία του κούντη της Τρίπολης, …, οποίος κούντης ήτον θείος του … (Βουστρ. 217
      • (το ουδ. επιρρ.) μέσα στο οποίο, όπου:
        • έστειλές μας το λοιπόν χρυσάφι για να φάμε οποίο και μας έγραφες οπίσω για να πάμε (Αλεξ. 746
    • β) (με άρθρο) ο οποίος, που:
      • (Κατά ζουράρη 2), (Φορτουν. Αφ. 23
      • (επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει):
        • Ποτάμι έν’ και τρέχει, τ’ οποίο ποτάμι ουδεείς αξιώθη να κατέχει (Πικατ. 193
      • (με αλλαγή αριθμού):
        • είναι Χριστιανός, τους οποίους ο πατήρ σου δεν θέλει να ακούσει το όνομάν τους (Βενετσάς, Δαμασκηνού Βαρλαάμ 8025
    • γ) (με άρθρο) εκείνος που:
      • ακόμη είναι όμορφοι οι οποίοι απέκει έχουνε περίστασες άσχημες (Μπερτολδίνος 97).
  • 2) (Αοριστολ.) όποιος, οποιοσδήποτε
    • α) (επιθετ.):
      • οποίος άνθρωπος πλήρην τον πόλεμον να πεζεύσει, να εκδέρνεται (Διήγ. Αλ. G 2713
    • β) (με επόμ. το και αν):
      • Εάν γένηται ότι κανείς ελεύθερος άνθρωπος, οποίος και αν ένι, δέρνει έναν σκλάβον άλλου ανθρώπου (Ασσίζ. 21112).
  • 3) (Ερωτ., επιθετ.) ποιος, τι λογής:
    • Τι σοι προσοίσω, δέσποτα, …, ανταμοιβήν οποίαν δε ή χάριν προσενέγκω (Προδρ. I 2).
  • 4) Το ουδ. με το άρθρο
    • α) πράγμα που:
      • Όλοι τους ήσαν σε βουλή, τ’ οποίον και το ποίκαν (Αλεξ. 2755
    • β) (αιτ.) για τον οποίο λόγο:
      • Λέγεις εσύ κι είσαι θεός …, τ’ οποίον θάνατον χρωστείς (Αλεξ. 738
    • γ) (αντιθ.) ενώ, μολονότι:
      • βλέπω υμάς την αγίαν Κυριακήν έχοντας μεγάλους περισπασμούς, …, το οποίον ουδέν έχει ο Χριστιανός άδειαν … και του περιπατήσαι (Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 5
    • δ) (πλεοναστικά, για τη σύνδεση του λόγου):
      • α μας πολεμήσεις, τ’ οποίο δεν τ’ ολπίζομε εμάς για να νικήσεις (Αλεξ. 2508).

[<άρθρο ο + αντων. ποίος. Ο τ. σε έγγρ. του 13. αι. Η λ. σε έγγρ. του 12. αι., στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όποιος -α -ο [ópxos] αντων. αόρ. αναφ. (βλ. Ε4) έχει και δεύτερο (προφ.) τύπο στη γενική, ιδίως όταν βρίσκεται στο λόγο απόλυτα· γεν. εν. οποιανού, οποιανής, οποιανού, σπάν. γεν. πληθ. οποιανών : 1. στη θέση ουσιαστικού (~ θέλει) ή επιθέτου (πάρε όποιο βιβλίο θέλεις)· τη χρησιμοποιεί ο ομιλητής, όταν δεν ξέρει, δε θέλει ή δε χρειάζεται να ορίσει συγκε κριμένα κπ. ή κτ.· εκείνος που, αυτός που τυχόν: ~ το ξέρει, ας σηκώσει το χέρι του. Πάρε όποιο θέλεις. ~ θέλει ας έρθει. H προαιρετική εργασία γίνεται μόνο από όποιον θέλει και (από όποιον) μπορεί. Διάλεξε όποιο παιχνίδι σού αρέσει. Όποιο δρόμο κι αν πάρεις, οποιονδήποτε. ΠAΡ ~ είναι έξω απ΄ το χορό* πολλά τραγούδια λέει / ξέρει. ~ βιάζεται* σκοντά φτει. ~ πονεί, γαϊδουρινά* φωνάζει. ~ καεί / κάηκε στο χυλό / στο κουρκούτι / στο γάλα, φυσάει και το γιαούρτι*. ~ σκάβει το λάκκο* του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα. ΦΡ ~ κι ~, σε αποφατική πρόταση για να χαρακτηρίσει κάποιο σημαντικό και σπουδαίο πρόσωπο: Ο δάσκαλός τους δεν είναι ~ κι ~· έχει κάνει σημαντικές σπουδές, είναι αξιόλογος. 2. ~ (και) να (εί)ναι ή ~ και / κι αν είναι, επιτείνει την αοριστία ή και συγχρόνως την αδιαφορία ή εναντίωση του ομιλητή: Aς έρθει κάποιος, ~ να ΄ναι· δεν έχει σημασία. Δεν πρόκειται να του χαριστώ, ~ κι αν είναι. Δε θα δεχτεί κανέναν ~ κι αν είναι. 3. με άρθρο στη θέση επιθέτου για να δηλώσει ο ομιλητής αοριστία (απουσία ακριβούς προσδιορισμού), αδιαφορία ή υποχώρηση ως προς αυτό που εκφράζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό: Έστω ότι έχουμε ένα όποιο τετράπλευρο, οποιοδήποτε. Tο πολιτικό θέατρο παρά τις όποιες τυχόν αντιρρήσεις έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια, παρά τις οποιεσδήποτε αντιρρήσεις. Προσπαθεί με τις όποιες ικανότητες έχει να πετύχει, με τις ικανότητες που τυχόν, ίσως έχει.

[μσν. όποιος < αρχ. ποῖος `ποιος΄ με προσθήκη αρχικού ό- (με τόνο στην πρώτη συλλαβή) κατά τα άλλα ζευγάρια ερωτηματικών - αοριστολογικών αντων.: πού - όπου, πώς - όπως, τι - ό,τι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οποίος 1 -α -ο [opíos] αντων. αναφ. (βλ. Ε4) : πάντοτε με το οριστικό άρθρο· μπαίνει στη θέση του αναφορικού που: 1. για να αποφευχθεί η ασάφεια: α. όταν βρίσκονται στη φράση δύο λέξεις που θα μπορούσε να είναι λέξεις της αναφοράς: Tο παιδί του λοχαγού, το οποίο είχε βρεθεί εκεί, μου είπε όλα όσα έγιναν. β. συχνά όταν το αναφορικό ισοδυναμεί με εμπρόθετο: H γυναίκα από την οποία αγόρασε τα μήλα. 2. για υφολογικούς λόγους, όταν υπάρχουν στην ίδια περίοδο πολλά που: Ο άνθρωπος που είδαμε χτες, ο ~ φορούσε καπέλο.

[λόγ. < μσν. οποίος < ο ποίος, την ποίαν, τα ποία κτλ. < ποίος `ποιος;΄ (δες ποιος, πρβ. και που) με προσθήκη του άρθρου: μτφρδ. (μσν.) γαλλ. lequel (του ποίου κτλ. < γαλλ. duquel κτλ.), και προσθήκη αρχικού ο- αναλ. προς τα μσν.: οδείνα, οκάπου, όποιος (διαφ. το οποίος 2)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οποίος 2 -α -ο : (λόγ., ειρ., χωρίς άρθρο) σε επιφωνηματικές εκφορές, συνήθ. σε ελλειπτικό λόγο, πόσο μεγάλος: Οποία αφέλεια! Οποίο(ν) θράσος!

[λόγ. < αρχ. ὁποῖος `τι είδους΄ σε πλάγια ερώτηση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οποιοσδήποτε οποιαδήποτε οποιοδήποτε [opxozδípote] αντων. αόρ. αναφ. (βλ. Ε4) : 1. σε θέση επιθέτου (οποιοδήποτε θέμα) ή ουσιαστικού (~ θελήσει μπορεί να έρθει)· τη χρησιμοποιεί ο ομιλητής όταν θέλει να εκφράσει έντονη αοριστία· όποιος τυχόν: ~ μπορεί να δηλώσει συμμετοχή, ο καθένας, όλοι. Δεν μπορείς να απευθυνθείς σε οποιονδήποτε, στον καθένα. Οποιαδήποτε στιγμή / ώρα, κάθε στιγμή. Πάντα κάνει οποιαδήποτε δουλειά, όποια δουλειά να ΄ναι. || με την αντωνυμία άλλος για τις περιπτώσεις που ο ομιλητής, αφού εξαιρέσει κπ. ή κτ., αδιαφορεί για το ποιος ή ποιο θα το(ν) αντικαταστήσει: Aς πάει ~ άλλος εκτός από μένα. Aς είναι οποιαδήποτε άλλη δουλειά εκτός από αυτήν. Aς πληρώσει ~ άλλος, αρκεί να μην πληρώσουμε εμείς. 2. με το αόριστο άρθρο, στη θέση επιθέτου για να δηλωθεί εντονότερα η αοριστία (απουσία ακριβούς προσδιορισμού), αδιαφορία ή παραχώρηση ως προς αυτό που εκφράζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό· όποιος, ένας τυχών: Παίρνουμε ένα οποιοδήποτε γεωμετρικό σώμα, ένα τυχόν γεωμετρικό σώμα. 3. (συνήθ. μειωτ.) ουσιαστικοποιημένο κυρίως στο αρσενικό γένος και πάντα με το οριστικό άρθρο· ο πρώτος τυχών, ο καθένας: Δεν μπορεί ο ~ να έρχεται και να μας ελέγχει. Εγώ δεν είμαι ο ~· είμαι ο καλύτερός σου φίλος.

[λόγ. < αρχ. φρ. ὁποῖος δήποτε `κάποιος κάποτε΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go