Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: οξύνους
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οξύνους -ους -ουν [oksínus] Ε12ε : (λόγ.) για πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από οξύνοια, από ικανότητα για σωστή και γρήγορη αντίληψη· αγχίνους. ANT αμβλύνους. || (ως ουσ.).

[λόγ. < μσν. οξύνους < οξυ- 1 + νους κατά το ελνστ. σοφόνους `μυαλωμένος΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go