Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: οξίνα
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
οξινάδα η.
  • Ξινίλα:
    • (Gesprächb. 36631).

[<επίθ. όξινος + κατάλ. ‑άδα. Τ. ξινάδα σήμ. ιδιωμ. Η λ. στο Βλάχ. (‑ξυ‑)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go