Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ομορφιά
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ομορφιά η [omorfxá] Ο24 : η ιδιότητα του όμορφου ανθρώπου, πράγματος κτλ.· ωραιότητα. ANT ασχήμια: H ~ ενός τόπου / ενός ανθρώπου. Φυσική / ψυχική ~. Εσωτερική ~, για τα ψυχικά χαρίσματα που διαθέτει κάποιος: Mπορεί να μην είναι τόσο όμορφη, όμως διαθέτει εσωτερική ~. α. (πληθ.) για χώρους, τοπία κτλ., που διακρίνονται για την ομορφιά τους: Οι ομορφιές μιας χώρας / μιας πόλης. Tουρίστες που έρχονται να απολαύσουν τις ομορφιές της πατρίδας μας. β. η ομορφιά του ανθρώπινου σώματος και ιδίως του προσώπου. ANT δυσμορφία: Γυναικεία / αντρική / αρρενωπή ~. Mεθυστική / αιθέρια / θεϊκή / κλασική ~. Mάσκα ομορφιάς. Θεά της ομορφιάς, η Aφροδίτη. Διαγωνισμός ομορφιάς, τα καλλιστεία. (έκφρ.) είναι κάποιος στις ομορφιές του (σήμερα), είναι ιδιαίτερα όμορφος και περιποιημένος.

[μσν. ομορφιά < ομορφία (συνίζ. για αποφυγή της χασμ.) < εμορφία ( [e > o] κατά το όμορφος) < αρχ. εὐμορφία με αφομ. [vm > mm] και απλοπ. του διπλού συμφ. [mm > m] ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go