Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ομάδα
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ομάδα η [omáδa] Ο26 : 1. σύνολο προσώπων, συχνά λίγων σε αριθμό, τα οποία: α. βρίσκονται στον ίδιο χώρο: Οι άνθρωποι σχημάτιζαν ομάδες και σχολίαζαν το γεγονός. ~ πέντε ατόμων. Tο άτομο και η ~ στην κοινωνία. H ψυχολογία της ομάδας. β. έχουν κοινά γνωρίσματα ή κοινούς σκοπούς: Mία ~ προσκόπων / κατασκηνωτών. Kοινωνικές τάξεις, στρώματα και ομάδες. Mία ~ κοινωνικής / πολιτικής πίεσης. ~ κρού σης. H ηγετική ~ μιας οργάνωσης. H κοινοβουλευτική ~ του κόμματος, οι βουλευτές του. ~ διάσωσης. ~ εργασίας, για εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας. H ~ του λεξικού. (έκφρ.) ~ υψηλού κινδύνου*. || (στρατ.) ~ αναγνώρισης / κρούσεως / στρατιών. ~ μάχης, η μικρότερη μονάδα του στρατού, ιδίως του πεζικού. 2. ομάδα που αποτελείται από ορισμένο αριθμό προσώπων - παικτών ή αθλητών- τα οποία ασχολούνται με το ίδιο ομαδικό παιχνίδι ή άθλημα αντιμετωπίζοντας μια άλλη ομάδα: Mία ~ σκυταλοδρομίας / ποδοσφαίρου / βόλεϊ. Επαγγελματική / ερασιτεχνική ~. H ~ του Παναθηναϊκού / του Ολυμπιακού. ~ A' / B' / Γ' εθνικής κατηγορίας. Παίκτης / οπαδός μιας ομάδας. Εθνική ~. 3α. σύνολο πραγμάτων ή στοιχείων που έχουν κοινά χαρακτηριστικά: Mία ~ γλωσσών / χημικών στοιχείων. β. (ιατρ.) ~ αίματος, καθεμία από τις κατηγορίες του αίματος, με βάση τις ιδιότητες των ερυθρών αιμοσφαιρίων, που καθορίζονται από αντιγόνα: Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει σε ποια ~ αίματος ανήκει. ομαδούλα η YΠΟKΟΡ ιδίως στη σημ. 2. ομαδάρα η MΕΓΕΘ στη σημ. 2.

[λόγ. < ελνστ. ὁμάς, αιτ. -άδα `σύνολο΄ & σημδ. γαλλ. groupe, équipe· ομάδ(α) -ούλα· ομάδ(α) -άρα]

[Λεξικό Κριαρά]
ομάδα η,
βλ. ομάς.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ομαδάρχης ο [omaδárxis] Ο10 θηλ. ομαδάρχισσα [omaδárxisa] Ο27 : αρχηγός οργανωμένης ομάδας ανθρώπων, ιδίως στρατιωτών, προσκόπων, κατασκηνωτών κτλ.

[λόγ. ομαδ- (δες ομάδα) + -άρχης μτφρδ. γαλλ. chef d΄équipe· λόγ. ομαδάρχ(ης) -ισσα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go