Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ξεσηκώνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ξεσηκώνω [ksesikóno] -ομαι Ρ1 : I1.δημιουργώ αναστάτωση σε κπ., του χαλάω την ηρεμία και την ησυχία του: Έρχεσαι και με ξεσηκώνεις καλά καλά και μετά φεύγεις. Άδικα μας ξεσήκωσες νυχτιάτικα. || Mας ξεσήκωσες / ξεσήκωσες τη γειτονιά με τις φωνές σου, μας ξάφνιασες και μας αναστάτωσες. 2. παρακινώ σε δράση. α. παροτρύνω σε εξέγερση ή σε δυναμική αντίδραση: Ξεσηκώνει τους εργάτες για να κάνουν απεργία. Οι σκλάβοι ξεσηκώθηκαν. Tο έθνος ξεσηκώθηκε σύσσωμο. || Προσπάθησαν να ξεσηκώσουν την κοινή γνώμη εναντίον των απεργών. Tα νέα μέτρα ξεσήκωσαν θύελλα διαμαρτυριών. β. παρακινώ κπ. να βγει έξω για να διασκεδάσει ή να αναλάβει κάποια δραστηριότητα: Ήρθε και μας ξεσήκωσε να πάμε για ποτό. Aν δεν έρθω εγώ να σας ξεσηκώσω θα μουχλιάσετε εδώ μέσα. Tα παιδιά είναι ξεσηκωμένα και θέλουν να πάνε εκδρομή. 3. ~ το σπίτι, κάνω γενική καθαριότητα. II1. αντιγράφω πιστά μια παράσταση, ένα σχέδιο τοποθετώντας από πάνω ένα λεπτό χαρτί, το οποίο επιτρέπει να διαφαίνονται όλες οι γραμμές του πρωτοτύπου. 2. μιμούμαι κπ., ενεργώ και συμπεριφέρομαι όπως εκείνος: Ξεσηκώνει το μεγαλύτερο αδερφό του. Ό,τι δει το ξεσηκώνει.

[ξε- σηκώνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες