Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: νύκτα
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
νύκτα η· νύχτα· γεν. νυκτού· νυχτούς.
  • 1)
    • α) Νύχτα, το χρονικό διάστημα από τη δύση ως την ανατολή του ήλιου:
      • (Πεντ. Γέν. I 5
    • β) (η γεν. νυχτούς και η αιτιατ. εν. και πληθ. επιρρ.) κατά τη διάρκεια της νύχτας:
      • (Πεντ. Γέν. XXXI 39
      • την νύκταν βαρύν όνειρον είδα (Διήγ. Αλ. V 47· Ερωτοπ. 475
    • γ) (συνεκδ.):
      • Η νύκτα χάνει την τιμήν και η μέρα τηνε παίρνει (Σαχλ. N 98
    • δ) (σε μεταφ.):
      • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1061]
      • Τη νύκτα μέρα βούλεσαι, σα να 'μου τυφλωμένος (Ερωφ. Δ́ 455
    • ε) (προκ. να δηλωθεί συγκεκριμένη ώρα της νύχτας):
      • εις τες δύο ώρες της νυκτού (Βουστρ. 10014
    • στ) έκφρ. ο καιρός της νύκτας = η νύχτα:
      • (Λίβ. Sc. 1444).
  • 2) Νύχτωμα, σούρουπο:
    • έβγαινεν (ενν. ο πανιέρης) το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν (Μαχ. 65421).
  • 3) (Συνεκδ.) το σκοτάδι της νύκτας:
    • εσπέρωσε και νύκτα βαθεία γίνη (Κορων., Μπούας 49).
  • 4) (Σε προσωποπ.):
    • έδειξεν τότ’ εξαστεριά … κι η νύκτα εκαλοφόρεσεν (Απόκοπ. 342· Ερωφ. Γ́ 182).
  • Εκφρ.
  • α) καθημερνό και νύκτα = διαρκώς, πάντοτε:
    • (Θησ. ΙΒ́ [258]
  • β) (η)μέρα(ν) (και) νύκτα(ν), μερός-νυκτός, νύκτα(ν) (και την ή τε και) (η)μέρα(ν), ημέρας τε και νύκτας, νύκτες και τες ημέρες =
  • (α) διαρκώς, πάντοτε (βλ. και ημέρα 1β):
    • (Ερωτοπ. 304), (Διγ. Esc. 167), (Σκλάβ. 86
  • (β) (με άρν.) ποτέ:
    • δεν έχου ανάπαψη ουδέ νύκτα μηδέ μέρα (Ερωτόκρ. Ά 688· Διγ. Esc. 488· Κυπρ. ερωτ. 10621
  • γ) νύκτα πολλά = βαθιά χαράματα, πολύ πριν ξημερώσει:
    • (Αιτωλ., Μύθ. 793.)>

[<αιτιατ. εν. του αρχ. ουσ. νυξ. Η γεν. νυχτούς και σήμ. κυπρ. Ο τ. και σήμ. Η λ. στο Meursius]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νυκταλωπία η [niktalopía] Ο25 : 1.(ιατρ.) πάθηση κατά την οποία η οπτική ικανότητα μειώνεται στο δυνατό φως της ημέρας και αντίθετα, ενισχύεται στο ημίφως. 2. η ικανότητα που έχουν ορισμένα ζώα, όπως π.χ. η κουκουβάγια και η γάτα, να βλέπουν στο σκοτάδι.

[λόγ. < γαλλ. nyctalopie (-ie = -ία) < αρχ. νυκταλωπίασις `πάθηση των ματιών που εμποδίζει την όραση στο ημίφως: ικανότητα να βλέπει κπ. στο σκοτάδι ή και το αντίστροφο, να μη βλέπει΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες