Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νεολαία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νεολαία η [neoléa] Ο25 : 1.το σύνολο των νέων ενός τόπου· τα νιάτα: H ελληνική ~. H ~ της Ευρώπης. Οι νεολαίες όλης της γης. Οι αγώνες / τα ιδανικά της νεολαίας. Tα προβλήματα της νεολαίας. H ανεργία μαστίζει κυρίως τη ~. H μαθητική / σπουδάζουσα ~. || νεαρά άτομα, νεαροί: Σ΄ αυτό το κέντρο μαζεύεται όλο ~ / όλη η ~. 2. οργάνωση πολιτικού κόμματος για νέους: Οι νεολαίες των κομμάτων.

[λόγ. < αρχ. νεολαία]

[Λεξικό Κριαρά]
νεολαία η.
  • Το σύνολο των νεαρών ατόμων ενός λαού:
    • (Ταμυρλ. 23).

[αρχ. ουσ. νεολαία. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go