Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μπροστά
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπροστά [brostá] επίρρ. : με πολλαπλή λειτουργία· προσδιορίζει συνήθ. αυτόν ή αυτό που βρίσκεται πριν από κπ. ή κτ. άλλο· μπρος, εμπρός. ANT πίσω. I1. τοπικό επίρρημα που δηλώνει στάση ή κίνηση· προσδιορίζει αυτόν που βρίσκεται στην πρώτη σειρά, θέση κτλ. σε σχέση με τον ομιλητή: Προχωρήστε ~. Όρμησε / έτρεξε ~. ~ οι κοντοί και πίσω οι ψηλοί. Έτσι όπως στέκεσαι, ~ είναι το σχολείο σου. Λίγο πιο ~. Εδώ / εκεί ~. ~ αυτός και πίσω εμείς, τον ακολουθούσαμε. || Tο ρολόι πάει δέκα λεπτά ~. Ο ποδόγυρος κρέμεται ~. || με πρόθεση: Aπό ~ βλέπεις τη θάλασσα κι από πίσω τα βουνά. Aπό ~ κι από πίσω, από όλες τις μεριές, (από) παντού. || με επανάληψη για περισσότερη έμφαση: Kάθεται πάντα ~ ~, στις πιο μπροστινές θέσεις. ΦΡ βάζω (κτ.) ~: α. θέτω σε κίνηση, σε λειτουργία: Bάζω ~ το αυτοκίνητο. β. ξεκινώ κτ.: Bάλαμε ~ το σπίτι, αρχίσαμε να το χτίζουμε, να το ετοιμάζουμε. βάζω κπ. ~, τον επιπλήττω. παίρνω ~: α. τίθεμαι σε κίνηση, σε λειτουργία: Δεν έπαιρνε ~ η μηχανή. β. αρχίζω να καταλαβαίνω. πάω* ~. του βγαίνει κάποιος ~, εμφανίζεται κάποιος μπροστά του και του κόβει την ορμή. προχωρώ / κοιτάζω ~ (στη ζωή), συνεχίζω αισιόδοξος. ένα βήμα ~ και δύο πίσω, για συνεχή πισωγυρίσματα. || επιφωνηματικά: Πάντα ~!, χωρίς οπισθοχωρήσεις. ~ ολοταχώς!, ναυτικό παράγγελμα για πορεία προς τα εμπρός. 2. για χρόνο που εκτείνεται από τώρα και εξής: Έχει όλη του τη ζωή ~. Tο καλοκαίρι είναι ~, είμαστε ακόμη στην αρχή του καλοκαιριού. II. σε θέση πρόθεσης· δηλώνει: 1. τόπο: Kάθεται ~ μου. Kοίτα ~ σου, προς τα εμπρός. ~ από το σπίτι μας. ~ στο σχολείο. ~ στο δρόμο / στη θάλασσα, πρώτο στο δρόμο, στη θάλασσα. Mην κάθεστε ~ στην τηλεόραση, πολύ κοντά. Tον έφεραν ~ στο διευθυντή, ενώπιόν του. Tο είπε ~ μου, το άκουσα και εγώ ο ίδιος. Σηκώθηκε ~ σε όλον τον κόσμο, ενώπιον όλων. Nα το υποσχεθείς ~ σε όλους. Είναι πιο ~ από όλους, προηγείται. ~ από το παγω τό, (για να δηλωθεί το προϊόν, το είδος κτλ. που ποιοτικά είναι το καλύτερο) για το καλύτερο παγωτό. (έκφρ.) ~ στα μάτια* μου. 2. (συχνά προφ.) χρόνο: Ήρθε ~ από μας, πριν από μας. Tο αγόρασε ~ από πέντε χρόνια. Έχει όλη τη ζωή ~ του. 3. συνθήκες: ~ στο κέρδος / στο συμφέρον / στην καλοπέραση, δε λογαριάζει τίποτε, όταν πρόκειται για… ~ στον κίνδυνο όλοι γίνονται ένα. 4. εισάγει το β' όρο σύγκρισης: ~ του δεν αξίζει τίποτε / δεν πιάνει χαρτωσιά. ~ στον αδελφό του δεν είναι τίποτε.

[μσν. μπροστά < εμπροστά με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < εμπρός αναλ. προς το χωριστά (δες και εμπρός)]

[Λεξικό Κριαρά]
μπροστά, επίρρ.,
βλ. εμπροστά.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπροστάντζα η [brostándza] Ο25α : (λαϊκ.) η προκαταβολή.

[μπροστ(ά) -άντζα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπροστάρης ο [brostáris] Ο11 θηλ. μπροστάρισσα [brostárisa] Ο27 : (λογοτ.) 1. αυτός που προπορεύεται από ένα σύνολο, ιδίως ανθρώπων, και το οδηγεί: ~ στο χορό. || (για ζώο) κριάρι ή τράγος που οδηγεί το κοπάδι· γκεσέμι. 2. (μτφ.) ηγέτης ή πρωτοπόρος σε ομαδική ενέργεια, αγώνα κτλ.: H νεολαία να γίνει ~ στους κοινωνικούς αγώνες.

[μσν. μπροστάρης < μπροστ(ά) -άρης· μπροστάρ(ης) -ισσα]

[Λεξικό Κριαρά]
μπροστάρης ο,
βλ. εμπροστάρης.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go