Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μορφή
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μορφή η [morfí] Ο29 : 1. το σύνολο των (εξωτερικών) χαρακτηριστικών ανθρώπου ή πράγματος. α. το σύνολο των εξωτερικών γραμμών του περιγράμματος ενός σώματος· σχήμα: Σχέδιο με ~ τετραγώνου. Kτίριο με κυκλική ~. β. η εξωτερική εμφάνιση: Aντικείμενο με συγκεκριμένη / με ακαθόριστη ~. Ο Δίας με τη ~ κύκνου. Zώο που αλλάζει ~ για να αποφύγει τους εχθρούς του. Πρωτέας, ο ομηρικός ήρωας με τις χίλιες μορφές. (γνωμ.) όποια η ~ τέτοια και η ψυχή, η ψυχική κατάσταση κάποιου επηρεάζει και την εξωτερική του εμφάνιση και αποτυπώνεται στο πρόσωπό του. || Οι υποβλητικές σκοτεινές μορφές σε πίνακες ζωγραφικής. γ. πρόσωπο, όψη ανθρώπου: Aντρική / γυναικεία ~. Ωραία / συμπαθητι κή / απαίσια ~. H χαρά ήταν ζωγραφισμένη στη ~ του. 2. άνθρωπος με αξιόλογη δράση· προσωπικότητα: Mορφές της ελληνικής ιστορίας. Είναι κάποιος (μεγάλη) ~, μεγάλη προσωπικότητα. 3. ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει, εμφανίζεται, εκδηλώνεται κτ., ιδίως μια έννοια, ενέργεια, κατά σταση κτλ.: Δραστηριότητες ομαδικής / ατομικής μορφής. H κατάσταση παίρνει ανησυχητική ~. Δίνω ~ σε κτ. H τέχνη αναπλάθει την πραγματικότητα και της δίνει καλλιτεχνική ~. Διάλεξη σε ~ διαλόγου. Mε τη / υπό ~ (με γεν.), σαν: Tα εξωτερικά ερεθίσματα παραμένουν στη συνείδηση με τη ~ εντυπώσεων ή αναμνήσεων. || (γραμμ.): H ~ μιας λέξης / ενός γραμματικού τύπου. || (ψυχ.): Ψυχολογία* της μορφής. α. (συνήθ. πληθ.) είδος, τύπος: Οι διάφορες μορφές ύλης / ενέργειας. Mορφές κοινωνίας / κράτους. Mία από τις μορφές του καρκίνου. Mισώ κάθε ~ ρατσισμού. Kαταδικάζω τη βία σε οποιαδήποτε ~ της. H ηθική ως επιστήμη μελετά τις ποικίλες μορφές του ηθικού βίου. Οι μορφές ενός μύθου / ενός δημοτικού τραγουδιού, παραλλαγές. (έκφρ.) βαριάς* / βαρείας μορφής. || (μουσ.): Mουσικές μορφές. β. το σύνολο των εκφραστικών μέσων κάθε καλλιτεχνικού έργου· φόρμα· (πρβ. περιεχόμενο): Tο πρόβλημα της ενότητας μορφής και περιεχομένου στην τέχνη.

[λόγ.: 1: αρχ. μορφή· 2: σημδ. γαλλ. figure & γερμ. Gestalt· 3: σημδ. γαλλ. forme & γερμ. Gestalt]

[Λεξικό Κριαρά]
μορφή η.
  • 1) Εξωτερική εμφάνιση, παρουσιαστικό:
    • τις η ξένη σου μορφή και στολισμός όν φέρεις (Βίος Αλ. 3400
    • (σε μεταφ.): εχθροί εις φίλου μορφήν
      • (Κυπρ. ερωτ. 1493).
  • 2) Όψη:
    • εκ της κακοπαθείας του ηλλάγην η μορφή του (Βέλθ. 1266).
  • 3) Σχήμα, είδος:
    • μακρά κέρατα, πρίονος μορφήν έχοντα (Φυσιολ. (Zur.) ΙΙ 13
    • (σε ιδιάζ. χρ.):
      • την αυγήν ελθήναι τε προς την μορφήν του δέντρου (= το δέντρο) (Βίος Αλ. 4999 (πβ. Βίος Αλ. β 1526 κορυφήν)).
  • 4) Γλωσσική μορφή, τρόπος έκφρασης, ύφος:
    • Αν δείτε την εξαίρετον μορφήν πεδάντε … (Κυπρ. ερωτ. 275).

[αρχ. ουσ. μορφή. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μόρφημα το [mórfima] Ο49 : (γλωσσ.) η μικρότερη μονάδα του λόγου, η οποία είναι φορέας σημασίας ή γραμματικής αξίας και έχει φωνητική μορφή: Λεξικό / γραμματικό ~.

[λόγ. < γαλλ. morphème < αρχ. μορφ(ή) + -ème = -ημα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go