Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μοιρολόγι
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Κριαρά]
μοιρολογικά τα· μοιργολογικά.
  • Μοιρολόγια, θρηνωδίες:
    • Όστις ηξεύρει γράμματα …, να γράψει μοιργολογικά όλοι να λυπηθείτε (Θρ. Κύπρ. 597).

[πληθ. ουδ. του επιθ. *μοιρολογικός (<ουσ. μοιρολόγιν + κατάλ. ‑ικός) ως ουσ.]

[Λεξικό Κριαρά]
μοιρολόγιον το· μοιργολόγι(ν)· μοιριολόγι· μοιριολόγιν· μοιρολόγι· μοιρολόγιν· μοιρολόι.
  • α) Τραγούδι που λέγεται για νεκρό:
    • λογιάζοντας πως είν’ νεκρή φιλεί, αποχαιρετά τη και μοιρολόγι θλιβερό τση 'λεγεν (Ερωτόκρ. Έ 1059
  • β) (γενικ.) θρηνητικό, λυπητερό τραγούδι· θρήνος, οδυρμός:
    • να θρηνούνται τη σκλαβιάν τως … λέγοντας μοιρολόγια (Λεηλ. Παροικ. 245· Ευγέν. 730
    • μουσικήν … έπαιζεν … και μοιριολόγιν έλεγε στεναγμογεμισμένον (Βέλθ. 128
    • Η κόρη αφ’ τον φόβο της αρχίζει μοιριολόγια (Διγ. O 2447
    • (με προηγ. το ουσ. δάκρυα):
      • να μη σε βρούνε δυστυχιές, δάκρυα και μοιρολόγια (Δεφ., Λόγ. 406
  • γ) προκ. για παρακάλια, ικεσία:
    • (Γαδ. διήγ. 352), (Διγ. O 291).
  • Φρ.
  • 1) Έρχομαι εις μοιρολόγια = γίνομαι, καταντώ αξιοθρήνητος:
    • (Διακρούσ. 10010).
  • 2) Σηκώνω, σταίνω, σύρω μοιρολόγι = (αρχίζω να) μοιρολογώ:
    • (Εβρ. ελεγ. 170, 160), (Σπαν. (Ζώρ.) V 563).

[<μοιρολογώ + κατάλ. ‑ιον. Ο τ. ‑ιν και σήμ. ποντ. Οι τ. ‑ι (Βλάχ.) και ‑όι και σήμ. Η λ. στο Du Cange (λ. μυρολογείν)]

[Λεξικό Κριαρά]
μοιρολογίστρ(ι)α η,
βλ. μοιρολογήτρια.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοιρολογίστρα η [mirolojístra] & μοιρολογήτρα η [mirolojítra] Ο25α : γυναίκα που ξέρει και λέει μοιρολόγια.

[μσν. μοιρολογίστρια, μοιρολογήτρια < μοιρολογη(σ)- (μοιρολογώ) -τρια με αποβ. του ημιφ. ανάμεσα σε σύμφ., [r] και φων. (σύγκρ. τριακόσια > τρακόσια)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go