Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μηχανώμαι
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
μηχανώμαι· μηχανούμαι, (Ψευδο-Σφρ. 29422)· ενεργ. μηχανώ, (Ιερακοσ. 3404).

[αρχ. μηχανάομαι. Ο τ. ‑ούμαι στο Βλάχ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go