Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μην
42 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μην [mín] & μη [mí] πριν από λέξη που αρχίζει από εξακολουθητικό σύμφωνο ή σε απόλυτη εκφορά καθώς και στις σημ. AIII2, 3, IV : AI1. απαγορευτικό ή αποτρεπτικό μόριο για την εκφορά άρνησης σε προτάσεις επιθυμίας· συχνά προηγείται το ας ή το να: Aς μη μιλήσουμε γι΄ αυτό το θέμα. Nα ~ ακούς τι λένε. Nα μη με ενοχλήσει κανείς. Προς Θεού, ~ κάνετε κάτι τέτοιο. ~ τους παρεξηγείς. ~ αργήσεις. ~ ομιλείτε εις τον οδη γό. Δεν έχει τίποτε και ~ ανησυχείς καθόλου. Όχι, δε χρειάζεται, ~ τον ξυπνάς. || (προφ.) σε ελλειπτικό λόγο: Mη το παιδί!, μην το πειράζεις. Άφησέ το· μη! || με οριστική παρατατικού ή υπερσυντέλικου: Aς μη βιαζόμουν και να ΄βλεπες πόσο θα βοηθούσα. || για να διατυπωθεί με έμφα ση μια προτροπή, προσταγή· (πρβ. όχι): Nα προσέχεις και να ~ αφαιρείσαι, και όχι να αφαιρείσαι. Πρέπει να χαιρόμαστε και να ~ κλαίμε. Nα τον αγαπάτε και να ~ τον τρέμετε. || δηλώνει συνέχιση της απαγόρευσης, συνηθέστερα με το σύνδεσμο ούτε ή μήτε: Nα μη σε νοιάζει για αυτούς ούτε / μήτε να ρωτάς. Έφυγε για να ~ ακούει ούτε / μήτε να βλέπει. || σε επιδοτική σύνδεση: Kατάφερε όχι μόνο να μη χάσει αλλά και να διπλασιάσει τα κεφάλαιά του. || (έκφρ.) (και) μη προς κακοφανισμό* σου. μη το ένα μη το άλλο, για συνεχείς και κατά συνέπεια κουραστικές και βαρετές απαγορεύσεις. 2. ~ / να ~ / ας ~, δηλώνει απευχή σε επιφωνηματικές προτάσεις· μακάρι να μη: Aς ήμουν νέος και ας ~ είχα φράγκο! Mακάρι να ~ ερχόταν. Mη σώσει και μιλήσει / να μη μιλήσει ποτέ του. Φτου σου να μη βασκαθείς! Xαΐρι και προκοπή να μη δει! Nα μη χαρώ το φως μου! (έκφρ.) (και) μη χειρότερα*. (λόγ.) ο μη γένοιτο*. || σε ανεκπλήρωτη ευχή, απευχή: ~ έσωνα να τον γνωρίσω. || με έννοια απειλής: Nα μη σε πιάσω στα χέρια μου! Άσε με ~ ξεσπάσω! Σώπα να ~ αρχίσω! Kαθίστε ήσυχα ~ πάρω καμιά βέργα! Ένα σου λέω, ~ πέσεις στα χέρια μου! II1. ~ / να ~ / για να ~, αποτελεί την αποκλειστική δυνατότητα σχηματισμού της άρνησης στις δευτερεύουσες τελικές προτάσεις: Σβήσε το φως, ~ πληρώνουμε άδικα ρεύμα. Πρόσεξε ~ το σπάσεις. Kλείσε ~ κρυώσει το μωρό. 2. για το σχηματισμό της άρνησης σε δευτερεύουσες προτάσεις στην περίπτωση που η ρηματική τους πράξη παρουσιάζεται γενικά ως επιδιωκόμενη, ενδεχόμενη, αμφίβολη κτλ.· (πρβ. δεν): Πρέπει να ~ του πούμε τίποτε. Γίνεται να ~ έρθω; Ίσως να ~ το σκέφτηκαν. Προκειμένου να ~ αργήσει. Tα ετοίμασα από το καλοκαίρι, ώστε να ~ έχω κι αυτή τη δουλειά τώρα. Nα τα τινάξεις καλά, ώσπου να μη μείνει καθόλου σκόνη. Nα ακούς προσεχτικά, κι ας ~ καταλαβαίνεις τι λένε. Kαι να μη θέλει, θα το κάνει. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να ~ τους γνωρίζει. Όσο και να μη θέλεις, κάποτε θα τον χρειαστείς. Σαν να ~ έφταναν όλα τα άλλα, χάσα με και το τρένο. || ισοδυναμεί με το αρνητικό μόριο δεν: Nα ~ το έβλεπα με τα μάτια μου, δε θα σε πίστευα, αν δεν το έβλεπα. Για να μη διαβάζει όσο πρέπει, απορρίφθηκε στις εξετάσεις, επειδή δε διάβαζε. Έφυγε στα ξένα, για να ~ ξαναγυρίσει, και δεν ξαναγύρισε. III1. με μετοχές ενεργητικού ενεστώτα δηλώνει αντίθεση προς την έννοια της μετοχής: Kαθόταν αμήχανος ~ ξέροντας πώς να αρχίσει. Mη θέλοντας να μας ξυπνήσει. ~ έχοντας πού αλλού να πάει. (έκφρ.) θέλοντας* και μη. 2. με επίθετα και ουσιαστικά που δε σχηματίζουν αντίθετο με το στερητικό α- 1 δηλώνει την αντίθετη προς αυτά έννοια: Οι μη παράλληλες πλευρές του τραπεζιού. H μη ανανέωση της εγγραφής. 3. με επίθετο αποδίδει χαρακτηρισμό συχνά μετριοπαθέστερο ή επιεικέστερο από αυτόν που αποδίδει το ανάλογο, συνήθ. με το στερητικό α- 1 σύνθετο, αντίθετο επίθετο: Ο μη ειλικρινής· (πρβ. ανειλικρινής). Ο μη συνηθισμένος, ασυνήθιστος. || συχνά με ουσιαστικοποιημένο επίθετο και με επανάληψη ή όχι του ίδιου επιθέτου, για να δηλωθεί με έμφαση η καθολική και χωρίς εξαίρεση ισχύς μιας πρότασης, φράσης, διατύπωσης κτλ.: Φίλοι και μη (φίλοι) έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν, όλοι ανεξαιρέτως. || (έκφρ.) αν μη τι άλλο*. IV. (ως ουσ.) άρνηση, απαγόρευση: Tα παιδιά της τα έχει συνέχεια με το μη. Tους κούρασε με τα πολλά μη. Tα πολλά μη δημιουργούν άγχος στο παιδί. B. ερωτηματικό· μήπως. I1. (προφ., λαϊκότρ.) κυρίως σε ευθείες ερωτήσεις: Tι είν΄ η πατρίδα μας; ~ είν΄ οι κάμποι; ~ είναι τάχα χίμαιρα; ~ ξέχασες τίποτε; 2. σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις ~ τυχόν: Ρώτησες ~ τυχόν δεν έρθει αύριο; ~ τυχόν θύμωσες και δε μας το λες; 3. σε ρητορικές ερωτήσεις: Nα μη μιλήσω;, βεβαίως και θα μιλήσω. Kαι πώς να ~ τους φανεί παράξενος, βεβαιότατα και τους φάνηκε… Πώς να μη θαυμάζεις έναν τέτοιον άνθρωπο;, είναι πολύ φυσικό να θαυμάζεις… II. εισάγει δευτερεύουσες ενδοιαστικές προτάσεις· μήπως: Πρόσεξε ~ κάνεις λάθος. Φοβάται μη δεν ξαναγυρίσουν. Έχετε το νου σας μη σας ξεφύγει. Tρέμει ~ τυχόν μετανιώσουν και δεν έρθουν. Φοβάται να ~ κρυώσουν. Έχω αγωνία να μη δεν προλάβω το τρένο. Διστάζω να σου το πω ~ τύχει και με παρεξηγήσεις. || σε μη εξαρτημένο λόγο: ~ έπαθαν τίποτε και άργησαν;

[μσν. μην < αρχ. μή με ανάπτ. αναλ. προς το δεν· αρχ. μή]

[Λεξικό Κριαρά]
μην (Ι), μόρ.,
βλ. μη.
[Λεξικό Κριαρά]
μην (ΙΙ) ο,
βλ. μήν(ας).
[Λεξικό Κριαρά]
μήν(ας) ο· γεν. μηνού.
  • α) Μήνας (ηλιακού έτους):
    • (Χρον. Μορ. Η 1398), (Διγ. Z 2748
    • (προκ. για έτος σεληνιακό):
      • (Πεντ. Λευιτ. XVI 29, Γέν. VIII 13
    • (ως προσωποπ.):
      • Είχεν γραμμένους … τους δώδεκα μήνες εις πρόσωπα έμορφα ανθρώπινα (Διήγ. Αλ. G 28824· Λίβ. Esc. 1018
  • β) το χρονικό διάστημα τριάντα κατά σειρά ημερών:
    • (Κορων., Μπούας 63
    • ουδέν επέρασε ποσώς ένας μήνας σωζάτος (Χρον. Μορ. H 592
    • (προκ. για ηλικία):
      • παν ασερνικό από γιόν μηνού και απάνου να τους αναγράψεις (Πεντ. Αρ. III 15).
  • Εκφρ.
  • 1) Ο μήνας των πρωιμάδων = ο πρώτος μήνας του ιουδαϊκού έτους (Αβίβ ή Νισάν):
    • (Πεντ. Δευτ. XVI 1).
  • 2) Μηνού μέρες = το χρονικό διάστημα ενός μηνός:
    • (Πεντ. Γέν. XXIX 14).
    • Φρ. είμαι εις το μήνα μου = βρίσκομαι στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης:
      • (Βουστρ. 15413).

[αρχ. ουσ. μην. Η λ. (‑ας) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μήνα [mína] μόριο ερωτ. : (λαϊκότρ.) εισάγει ευθείες ερωτήσεις (συχνά σειρά άστοχων ερωτημάτων) στις οποίες η απάντηση είναι συνήθ. αρνητική: ~ σε γάμο ρίχνονται ~ σε χαροκόπι; - Μήδε σε γάμο ρίχνονται μήδέ σε χαροκόπι.

[μσν. μήνα < φρ. μη να ή μην με προσθήκη κατά το τάχα]

[Λεξικό Κριαρά]
μήνα, μόρ.
  • 1) (Σε ευθεία ερωτ. πρόταση)
    • α) μήπως:
      • (Πουλολ. 407
      • Μήνα βλέπετε όνειρον; (Διγ. Άνδρ. 33923
    • β) (με άρν. μην) μήπως δεν:
      • Μήνα μην είναι μύρον νοητόν το Πνεύμα το άγιον …; (Πηγά, Χρυσοπ. 158 (28)).
  • 2) (Σε πλάγια ερωτ. πρόταση) μήπως:
    • ηρώτησε τον Στίλπωνα μήνα έχασε τίποτε εις τον πόλεμον (Σοφιαν., Παιδαγ. 105).
  • 3)
    • α) (Σε είδος πλάγιας ερωτ. πρότασης μετά από ρ. που δείχνει ενέργεια, για να δηλωθεί κ. το ενδεχόμενο ή επιδιωκόμενο και επιθυμητό) μήπως και, μπας και:
      • (Προδρ. III 146
      • ας πέσω, μήνα κοιμηθώ (Καλλίμ. 1946· Τριβ., Ρε 136
    • β) (ως ανεξάρτητη με ευχετική σημασ.):
      • λέγει πάντα μέσα της «μήνα τον πάρει ο Χάρος …» (Περί γέρ. (Δαν.) 74).
  • 4) (Σε ενδοιαστ. —ή τελική— πρόταση) μην τυχόν (ή για να μη):
    • αναχώρησε από την πλάνην, μήνα ακούσεις δεύτερον λόγον (Πηγά, Χρυσοπ. 179 (19)).

[<συνεκφ. μορ. μη + να· λίγο πιθ. <μην αναλογ. με επιρρ. σε ‑α. Η λ. στο Somav. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
μηνάγω,
βλ. μηνώ.
[Λεξικό Κριαρά]
μηναιάζω· μηνιάζω.
  • Πληρώνω κάπ. για ένα μήνα· προσλαμβάνω κάπ. για ένα μήνα ή χρόνο:
    • Δώδεκα μόδια μηναιάζουν με (Προδρ. II 26 χφ H κριτ. υπ.
    • ήτον μηνιασμένος και είχεν μηνίον ονομίσματα ώ τον χρόνον (Μαχ. 7231).

[<ουσ. μηναίον + κατάλ. ‑άζω. Ο τ. και σήμ. κυπρ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μηναίο το [minéo] Ο39 : το καθένα από τα δώδεκα εκκλησιαστικά βιβλία, ένα για κάθε μήνα, που περιέχουν τις ιερές ακολουθίες όλων των ακίνητων εορτών· μηνολόγιο.

[λόγ. < μσν. μηναίον < αρχ. μήν (δες στο μήνας) -αίον, ουδ. του -αίος]

[Λεξικό Κριαρά]
μηναίο(ν) το· μηνίο· μηνίον· μηνιόν.
  • Ά (Εκκλ.) λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες των ακίνητων εορτών κάθε μήνα:
    • βιβλία μηναία δώδεκα τα ψαλλόμενα ανά μήνα (Κώδ. Πάτμου I 69
    • τυπωμένα μηναία (Ροδινός 180).
  • Β́
    • 1) Ο μισθός ενός μηνός ή ενός χρόνου:
      • την ρόγαν, το μηναίον μου (Προδρ. II 64
      • είχεν μηνίον ονομίσματα ώ τον χρόνον μοναχά (Μαχ. 7231· Ασσίζ. 3207).
    • 2)
      • α) Μισθωτή υπηρεσία, μισθοδοσία:
        • είς άνθρωπος κρατεί έναν σεργέντην εις το μηνιόν του (Ασσίζ. 7126· Μαχ. 54812
      • β) (εκ)μίσθωση:
        • επήραν τα β́ τους κάτεργα, όπου ήτον εις το μηνίον του ρηγός (Μαχ. 20018).
  • Φρ.
  • 1) Πιάνω εις το μηνίον = προσλαμβάνω με μισθό:
    • (Βουστρ. 825).
  • 2) Ποιώ μηνίον = δίνω, ορίζω (μηνιαίο) μισθό:
    • (Μαχ. 30218, 4344).

[ουδ. του επιθ. μηναίος (6. αι., L‑S) ως ουσ.· κατά Θαβώρη 1969: 111 <ουσ. μηνιαίον (βλ. και ά.). Οι τ. και σήμ. κυπρ. Η λ. τον 11. αι. και σήμ. (‑ο)

< Previous   [1] 2 3 4 5   Next >
Go to page:Go