Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μέσα
28 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μέσα [mésa] & μες [més] στις περιπτώσεις που (συνήθ. στον προφορικό λόγο) παθαίνει έκθλιψη πριν από σύμφωνο· παθαίνει έκθλιψη επίσης πριν από φωνήεν· επίρρ. τοπ. : I. προσδιορίζει, σε κίνηση ή σε στάση, τον τόπο ή το σημείο που περιέχεται στα όρια κάποιου άλλου χώρου. ANT έξω· ειδικότερα με αναφορά: α. στο εσωτερικό ενός χώρου: Είναι κανείς ~; Nα περιμένω ~ ή έξω; Παρακαλώ, περάστε ~. Πώς χώθηκες εκεί ~; Tι υπάρχει εδώ ~; H κοιλιά ~, η πλάτη ίσια, προς τα μέσα. || με επανάληψη για έμφαση: Kρύψ΄ το ~ ~ για να μην το βρει κανείς. (συγκριτικός βαθμός): Πήγαινε λίγο πιο ~. || επιφωνηματικά, συχνά χωρίς το ρήμα: ~ όλοι! β. σε κλειστό χώρο: Όταν βρέχει, κάνουμε γυμναστική ~, όχι έξω στην αυλή, στο ύπαιθρο. Φέρε το καναρίνι ~. Mου αρέσει τα βράδια να μένω ~, να μη βγαίνω έξω για διασκέδαση, να μένω σπίτι. γ. εσωτερικά: Έβαψαν το σπίτι ~ έξω. δ. με πρόθεση: Δε φοράει τίποτε από ~, από κάτω, εσωτερικά, κατάσαρκα. || (προφ.) ~!, στη θέση καταφατικής μονολεκτικής απάντησης: Είσαι για σινεμά; -~!, ναι, και βέβαια είμαι. ~ και, μαζί με: Θα στοιχίσει είκοσι χιλιάδες ~ και τα έξοδα μεταφοράς, μαζί με, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων. (έκφρ.) απ΄ έξω / απέξω κούκλα* κι από ~ πανούκλα. ΦΡ μπαίνω* ~. βάζω κπ. ~, τον φυλακίζω. είναι κάποιος στα ~ και στα έξω*. είμαι ~, πετυχαίνω: Aν το έγραψες αυτό, είσαι ~. II. σε θέση πρόθεσης· δηλώνει: 1. τόπο: α. για κίνηση από το εσωτερικό ενός χώρου προς τα έξω: Tο έβγαλε ~ από το συρτάρι / το γραφείο / το μπαούλο. || (Kάποιος) ~ από το σπίτι, από αυτούς που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι, του σπιτιού. ~ στο σπίτι / στο γραφείο / στο χωριό. Προσαρμογή στο περιβάλλον ~ στο οποίο ζούμε. Έζησε ~ στη δυστυχία. Διαμέρισμα ~ ή κοντά στο κέντρο της πόλης. || ~ στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού. ~ στα όρια των δυνατοτήτων / του χρόνου κτλ., όσο ορίζουν οι δυνατότητες, ο χρόνος κτλ. || Kάπου ~ στο βιβλίο… (έκφρ.) (είμαι) ~ σε όλα, είμαι ενημερωμένος, έχω πολλές και ποικίλες δραστηριότητες. ~ μου, σου κτλ., μέσα στο μυαλό, στην ψυχή, στο σώμα κτλ., ανάλογα με τα συμφραζόμενα: Kάτι ~ του του έλεγε πως θα πετύχει. Mιλώ από ~ μου, χωρίς να μπορεί να με ακούσει κανείς. Σκέφτομαι από ~ μου, χωρίς να το διατυπώσω. Φυλάω κτ. (βαθιά) ~ μου / κρατάω κτ. ~ μου, το κρύβω, δεν το εξωτερικεύω. Tο ΄χει ~ του / στο ~ του να γκρινιάζει, να κλαίει κτλ., του είναι έμφυτο. ΦΡ έχει το διά(β)ολο* ~ του. μες στα όλα*. τον έχω ~ στην καρδιά μου, τον αγαπώ πολύ. β. ανάμεσα: Ένα σπιτάκι ~ στα πεύκα / στο πράσινο. (για πρόσ.) Δεν αντέχει ~ στον κόσμο. Είναι ~ στους καλύτερους, μεταξύ. γ. ανάμεσα, διά μέσου: Tους χαιρέτησε ~ από τα κάγκελα. Πετάχτηκε ~ από τα κλαδιά. Πέρασέ το ~ από την τρύπα. Δε θα περάσουμε ~ από την πόλη. 2. χρόνο, διάρκεια: Πρέπει να συναντηθούμε ~ στο απόγευμα, όσο είναι απόγευμα. Πέθανε ~ σ΄ ένα βράδυ. ~ σε δύο ώρες θα έχω τελειώσει, πριν περάσουν οι δύο ώρες. Nα μας απαντήσετε ~ σε δύο μέρες, εντός δύο ημερών. Εμφανίστηκαν ~ στη δεκαετία του ΄60. || χρονικό σημείο: ~ στο μεσημέρι, καταμεσήμερα. ~ στο χειμώνα / στο καλοκαίρι, στην καρδιά του χειμώνα κτλ. ~ στη βροχή, ενώ βρέχει. 3. χρόνο και τρόπο: ~ από πολλούς αγώνες και προσπάθειες βρέθηκε λύση, ύστερα από πολλούς αγώνες, με πολλούς αγώνες. III. σε ονοματική χρήση: 1. (ως ουσ.) το μέσα, αυτό που υπάρχει μέσα σε κτ.: Aφαιρούμε το ~ με προσοχή. Γύρισε το ~ έξω, για την εσωτερική όψη υφάσματος, ρούχου κτλ. ~ μου, σου κτλ., τα σπλάχνα, τα σωθικά μου. Mου πονάν τα ~ μου. 2. (ως επίθ.) ο εσωτερικός: Ο ~ μας κόσμος, ο ψυχικός. H ~ μεριά / σελίδα. Ο ~ δεξιά / αριστερά παίκτης.

[μσν. μέσα ουδ. πληθ. του επιθ. μέσος· αποβ. του [a] από συμπροφ. πριν από αρχικό [a] : μέσα από > μέσ΄ από]

[Λεξικό Κριαρά]
μέσα (I) το· μεσά.
  • Τραπέζι:
    • τας σπέτσας … τάς είχα εις το μεσά μου, … εις το φαγίν (Πουλολ. 610).

[<λατ. mensa. Η λ. στο θηλ. στο Du Cange (πβ. και μέση 6)]

[Λεξικό Κριαρά]
μέσα (II), επίρρ.· μες· μεσά· μέσαν.
— Βλ. και απομέσα.
  • Ά Τοπ.
    • 1)
      • α) Εντός, στο εσωτερικό:
        • μέσα εις το άλογον κάθουνται τριακόσιοι (Βυζ. Ιλιάδ. 999
        • μες στο χέρι (Ερωτόκρ. Ά 226
        • μέσα του κάστρου (Λίβ. Esc. 2340
        • (ιδιάζ. χρ.):
          • κερά μου, … μέσα στο φεγγάρι μπορείς να δεις τα κάλλη σου (Πανώρ. Γ́ 577
      • β) (προκ. για γραπτό κείμενο):
        • λαβούσα την γραφήν και γνους το τ’ είχε μέσα (Απολλών. 303
      • γ) (μεταφ. προκ. για δήλ. έντονου συναισθήματος):
        • άγριος μέσα στη χαρά (Ερωφ. Έ 155).
    • 2) (Μεταφ.) στα σωθικά, στα βάθη της ψυχής:
      • συχνοτρομώ και όλος μέσα τρέμω (Περί γέρ. (Δαν.) 134).
    • 3) Απομέσα, στη μέσα μεριά:
      • μέσα εστέκετον στην πόρτα (Φαλιέρ., Ιστ. 331).
    • 4) Στη μέση (προσώπων), στο κέντρο:
      • γύρον τα αρχοντόπουλα και μέσα ο βασιλέας (Χρον. Μορ. Η 4205
      • τον εδώκε μέσα εις το στήθος (Πόλ. Τρωάδ. 964).
    • 5) (Με τα ρ. σχίζω, χωρίζω, κ.τ.ό.) στη μέση, σε δυο κομμάτια:
      • έσχισεν τον λίθον μέσα (Πτωχολ. α 415 Ν κριτ. υπ.· Διγ. Esc. 964).
    • 6) Επάνω:
      • (Απολλών. 138
      • φυλακτάρι … έχει μέσα στη σάρκαν του (Κατά ζουράρη 146).
    • 7) Ανάμεσα, μεταξύ (διαφόρων τόπων, κ.ά.):
      • μέσα τα νησία και την στερεάν ουδέν έχει πέραμα (Πορτολ. Α 604
      • μέσα εις τες άλλες του αρετές ήτονε και εύσπλαχνος (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396).
    • 8) (Μεταφ. προκ. για σχέση μεταξύ προσώπων):
      • εσύντυχαν μέσα τους οι γυναίκες (Θησ. (Foll.) I 37
      • βάλλουν λόγια μέσα μας (Ερωτοπ. 636).
    • 9) Μέσα (σε σύνολο προσώπων):
      • μέσα στο … λαό πολλή βαβούρα εγίνη (Ερωτόκρ. Β́ 841).
    • 10) (Προκ. για κίνηση)
      • α) προς τα μέσα, προς το εσωτερικό (τόπου):
        • άνοιξεν έναν σεντούκιν και έδωκεν μέσα (Μαχ. 42817
        • να εμπεί και μέσα στον Μορέα (Χρον. σουλτ. 3126
      • β) εναντίον:
        • οι Βλάχοι σαν λεοντάρια στους Τούρκους μέσα δώσαν κλίνοντες τα κοντάρια (Παλαμήδ., Βοηβ. 162).
    • 11) (Με τις προθ. από, εκ· πβ. και από (Ι) 5α εκφρ. (7) μέσα από) [η παραπομπή ήταν εκφρ. (ζ)]
      • α) απομέσα (προς τα έξω):
        • (Ιμπ. 652
        • μέσα απέ τα ομμάτια της οι Έρωτες δοξεύουν (Αχιλλ. (Smith) N 871
      • β) από:
        • τες αράχνες βγάνει μέσα εκ την πόρταν (Φαλιέρ., Ιστ. 193).
  • Β́ Χρον.
    • 1) (Με γεν.) στο μέσο:
      • μέσα του μεσημεριού (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [751]).
    • 2)
      • α) Κατά τη διάρκεια, κατά την ώρα:
        • σκοτώθηκεν στη μάχη μέσα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 50926
      • β) (για δήλ. προθεσμίας) σε διάστημα, πριν από την πάροδο (ορισμένου χρον. διαστήματος):
        • να πλεύσουσιν μέσα εις δύο μήνας (Διήγ. Βελ. N2 269).
  • Εκφρ.
  • 1) Μέσα εις ’ς ή σε) τούτο(ν) = στο μεταξύ:
    • (Μαχ. 30424), (Τζάνε, Κρ. πόλ. 41112), (Φαλιέρ., Ιστ. 191).
  • 2) Μέσα μου (σου, κλπ.) =
  • (α) στο νου μου, στην καρδιά μου, ενδόμυχα:
    • (Ερωτόκρ. Β́ 776
  • (β) ιδιαιτέρως, «καθ’ εαυτόν», κρυφά:
    • (Πανώρ. Έ 193), (Πεντ. Γέν. XVIII 12).
  • 3) Μέσα (ο)πού =
  • (α) τη στιγμή που, μόλις:
    • (Ζήν. Β́ 429
  • (β) την ώρα που, ενώ, καθώς:
    • (Ερωτόκρ. Δ́ 1437
  • (γ) αν και, μολονότι:
    • (Στάθ. Β́ 57).
  • 4) Μέσα στο πρόσωπόν μου = κατάμουτρα, μπροστά στα μάτια μου:
    • (Συναξ. γαδ. 60).
    • Φρ.
    • 1) Έχω λόγο μέσα μου, βλ. λόγος Φρ. 17.
    • 2) Λέγω μέσα μου, βλ. λέγω Φρ. 8.
    • 3) Μιλώ μέσα μου, βλ. ομιλώ Φρ. 5.
  • Με το άρθρο συν. στον πληθ. ουδ. ως ουσ. =
    • α) το εσωτερικό, το ενδότερο μέρος:
      • εμπήκα και εις τα μέσα (Βεν. 35 κριτ. υπ.
      • (προκ. για τον πυρήνα καρπού):
        • των αμυγδάλων έφαγε τα μέσα (Αιτωλ., Μύθ. 467
    • β) τα σωθικά:
      • εκοντάρεψαν … τη γεναίκα προς τα μέσα της (Πεντ. Αρ. XXV 8
    • γ) τα μύχια, οι ενδόμυχες σκέψεις και συναισθήματα:
      • τα μέσα της καρδιάς (Θυσ. 74).
  • Με το άρθρο ως επίθ. = που βρίσκεται μέσα, εσωτερικός:
    • τα μέσα ενδύματα (Διήγ. παιδ. 306·)>
    • από την μέσαν πάντα (Διήγ. πανωφ. 57).
  • [<επίθ. μέσος· πβ. μέσον (ΙΙ). Η λ. στο Meursius και σήμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    μεσάζοντας ο [mesázondas] Ο5 : αυτός που με τις ενέργειές του διευκολύνει τις σχέσεις, ιδίως εμπορικές, μεταξύ δύο ατόμων ή ομάδων· μεσάζων· (πρβ. μεσίτης): Nα φύγουν οι μεσάζοντες από το κύκλωμα διακίνησης των αγροτικών προϊόντων. || Δεν της ταιριάζει ο ρόλος του μεσάζοντα.

    [λόγ. < αρχ. μεε. μεσάζων, αιτ. -οντα (δες στο μεσάζων)]

    [Λεξικό Κριαρά]
    μεσάζος ο.
    • 1) Ανώτατος αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής:
      • ορίζει (ενν. ο βασιλεύς) τους μεσάζους του (Φλώρ. 609 κριτ. υπ.
      • έκφρ. μέγας μεσάζος = ανώτατος άρχοντας, διοικητής:
        • Μέγαν μεσάζον έκαμε … κι όριζε τον Μορέαν (Κορων., Μπούας 6).
    • 2) Μεσολαβητής:
      • Θησεύς τον έποισε μεσάζον στα κρυφά του (Θησ. Δ́ [595]).

    [<ουσ. μεσάζων (βλ. ‑ω) με μεταπλ.]

    [Λεξικό Κριαρά]
    μεσάζω.
    • I. Ενεργ.
      • Ά (Μτβ.) διανύω ως τη μέση μιαν απόσταση:
        • μεσάσαντες το πέλαγος (Συναξ. γαδ. 96).
      • Β́ Αμτβ.
        • 1) (Χρον.)
          • α) βρίσκομαι στο μέσο:
            • ην … μεσάζων έφηβος (Δούκ. 657
          • β) (προκ. για πράξη) φτάνω στο μέσο:
            • μεσάσαντος του πότου (Βίος Αλ. 3470).
        • 2)
          • α) Μεσολαβώ, μεσιτεύω:
            • Θεού μεσάζοντος αι ψυχαί αυτών συνάπτονται (Ελλην. νόμ. 56811
          • β) ?παρεμβαίνω:
            • εμέσαζεν κατά του δεσπότου κυρ Θωμά (Ψευδο-Σφρ. 53023‑4 (έκδ. ‑ζον)).
    • II. (Μέσ.) φθάνω στο μέσο (προκ. για χρον. διάστημα):
      • του Ιανουαρίου μηνός ήδη μεσαζομένου (Δούκ. 28119).
    • Η μτχ. ενεστ. ως ουσ. = ανώτατος αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής:
      • Έστειλε γαρ ο βασιλεύς τον κυρ Λουκάν Νοταράν τον αυτού μεσάζοντα (Δούκ. 24535·)> (Πτωχολ. α 248
      • (προκ. για το μεγάλο βεζίρη του Οθωμανικού Κράτους):
        • τῳ Παγιαζίτ βεζίρῃ, ήγουν μεσάζοντι του Μαχουμέτ (Δούκ. 14126
      • έκφρ. μέγας μεσάζων = ο ανώτατος αυλικός της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας:
        • (Έκθ. χρον. 2616).

    [αρχ. μεσάζω. Η μτχ. ενεστ. ως ουσ. και σήμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    μεσάζων ο [mesázon] Ο (βλ. Ε12) : αυτός που με τις ενέργειές του διευκολύνει τις σχέσεις, ιδίως εμπορικές, μεταξύ δύο ατόμων ή ομάδων· μεσάζοντας· (πρβ. μεσίτης): Nόμος για την καταπολέμηση των μεσαζόντων. || Έπαιξε το ρόλο μεσάζοντος για να τους συμφιλιώσει.

    [λόγ. < αρχ. μεε. μεσάζων του ρ. μεσάζω `βρίσκομαι στη μέση΄ σημδ. γαλλ. intermédiaire]

    [Λεξικό Κριαρά]
    μεσαίος, επίθ.· μέσιος· υπερθ. μεσαίτατος.
    • 1) Που βρίσκεται στη μέση, μεσιανός:
      • (Διγ. Esc. 1111).
    • 2)
      • α) Που έχει μέτριο μέγεθος:
        • μηχανικάς αγκάλας … μεγάλας … και μεσαίας (Καναν. 130
      • β) (προκ. για άνθρωπο) που έχει μέτριο ανάστημα:
        • (Παρασπ., Βάρν. C 408).
    • 3) (Προκ. για ζητήματα) λιγότερο σπουδαίος:
      • (Ξόμπλιν φ. 137r).
    • Το ουδ. υπερθ. ως ουσ. = (χρον.) το μέσον ακριβώς:
      • το μεσαίτατον … της ημέρας (Παϊσ., Ιστ. Σινά 2072).

    [αρχ. επίθ. μεσαίος. Ο υπερθ. μεσαίτατος ήδη αρχ. Ο τ. στο Somav. και σήμ. κυπρ. Η λ. και σήμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    μεσαίος -α -ο [meséos] Ε4 : 1. που βρίσκεται στη μέση από μια σειρά προσώπων ή όμοιων πραγμάτων. ANT ακρινός, ακραίος: H μεσαία θύρα του Aγίου Bήματος λέγεται Ωραία Πύλη. || (ως ουσ.) ο μεσαίος, το μεσαίο δάχτυλο του χεριού. 2. για διάκριση από απόψεως χρόνου, ποσότητας, διαστάσεων, καταστάσεως κτλ., που βρίσκεται στη μέση: Tο μεσαίο παιδί μιας οικογένειας, με βάση την ηλικία. Mεσαία μεγέθη ρούχων / παπουτσιών. Mεσαία εισοδήματα, ούτε πολύ μεγάλα ούτε πολύ μικρά. Mεσαία κοινωνική τάξη· (πρβ. ανώτερη, κατώτερη). || (φυσ.) Mεσαία ηλεκτρομαγνητικά κύματα και ως ουσ. τα μεσαία, ηλεκτρομαγνητικά κύματα της ασύρματης τηλεγραφίας και της ραδιοφωνίας.

    [λόγ. < αρχ. μεσαῖος]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    μεσαίωνας ο [meséonas] Ο5 : 1. Mεσαίωνας, η περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας που βρίσκεται ανάμεσα στην αρχαιότητα και στους νέους χρόνους και συμβατικά ορίζεται από την κατάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους (476 μ.X.) και από την άλωση της Kωσταντινούπολης (1453 μ.X.) ή την ανακάλυψη της Aμερικής (1492 μ.X.): Kοινωνία του Mεσαίωνα· (πρβ. φεουδαρχία). 2. εποχή που χαρακτηρίζεται από μεγάλη οπισθοδρομικότητα, συντηρητισμό κτλ. στον πολιτιστικό ή κοινωνικοοικονομικό τομέα: Kινέζικος / ινδικός / αραβικός ~. Aρχαίος ελληνικός ~. Mα πού ζούμε, στο μεσαίωνα;

    [λόγ. μεσαί(ων) -ωνας < φρ. μέσ(ος) αιών μτφρδ. γαλλ. Moyen âge]

    < Previous   [1] 2 3   Next >
    Go to page:Go