Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λιτότητα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιτότητα η [litótita] Ο28 : 1. η ολιγάρκεια, η αποφυγή κάθε περιττού στον τρόπο ζωής: Έζησε πάντα με ~ και μέτρο. 2α. ο περιορισμός στα λίγα και απαραίτητα: Πνεύμα / πολιτική / μέτρα λιτότητας. Οικονομική ~, μέτρα που επιδιώκουν τον περιορισμό της κατανάλωσης. H μονόπλευρη ~ πλήττει τους εργαζομένους. Tο ύφος του συγγραφέα χαρακτηρίζεται από εκφραστική ~, είναι απλό, λιτό, χωρίς στολίδια. β. ρητορικό σχήμα λόγου κατά το οποίο εκφράζεται η άρνηση, υπονοείται όμως η θέση, π.χ. «δεν είναι άσχημη ιδέα», δηλαδή «είναι καλή ιδέα».

[λόγ. < αρχ. λιτότης, αιτ. -ητα (2β: ελνστ. σημ.)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες