Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λεία
10 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λεία η [lía] Ο25α : 1. ό,τι προέρχεται από διαρπαγή σε καιρό πολέμου· λάφυρο: Πολεμική ~. || (ειδ.) για εχθρικά πλοία ή φορτία που συλλαμβάνονται σε καιρό πολέμου από το πολεμικό ναυτικό του αντίπαλου κράτους. 2. προϊόν κλοπής, ληστείας: Οι ληστές του κοσμηματοπωλείου αποκόμισαν πλούσια ~. 3. ζώο που συλλαμβάνεται και κατασπαράζεται από άλλο σαρκοβόρο· (πρβ. βορά): Tο λιοντάρι κατασπαράζει τη ~ του. 4. (μτφ.) αντικείμενο εκμετάλλευσης, κλοπής: Tο δάσος έγινε ~ των οικοπεδοφάγων. Tα πορτοφόλια ήταν εύκολη ~ για τον έμπειρο κλέφτη.

[λόγ. < αρχ. λεία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λειαίνω [liéno] -ομαι Ρ7.2 : 1. καθιστώ κτ. λείο με κάποια επεξεργασία (π.χ. ξύσιμο ή τρίψιμο): Tρίβει την τραχιά επιφάνεια του ξύλου με γυαλόχαρτο για να τη λειάνει. H πέτρα είναι καλά λειασμένη. 2. (μτφ.) εξομαλύνω κτ.: ~ το λόγο μου / ένα κείμενο, αφαιρώ τις οξύτητες.

[λόγ. < αρχ. λεαίνω, λειαίνω]

[Λεξικό Κριαρά]
λειανά, επίρρ.
  • Σε μικρά κομμάτια:
    • Πιάστε αυτόν τον καθρέφτην και τσακίσετέ τον λειανά λειανά (Μπερτόλδος 13).

[<επίθ. λειανός. Η λ. στο Somav. (λι‑) και σήμ. (ά. γρ. λια‑)]

[Λεξικό Κριαρά]
λειανίζω.
  • Κομματιάζω:
    • ελειάνισα όλον το ψωμίον (Μπερτολδίνος 129).

[<επίθ. λειανός + κατάλ. ‑ίζω. Η λ. και σήμ. (ά. γρ. λια‑)]

[Λεξικό Κριαρά]
λειανικός, επίθ.
  • (Προκ. για ζώα) μικρόσωμος·
    • (εδώ) λιγοστός:
      • λειανικά ζα (Μπερτόλδος 83 (έκδ. λανικά)).

[<επίθ. λειανός + κατάλ. ‑ικός. Η λ. και σήμ. (ά. γρ. λια‑)]

[Λεξικό Κριαρά]
λειανόβροχο το.
  • Ψιλή βροχή:
    • (Πεντ. Δευτ. XXXII 2).

[<επίθ. λειανός + ουσ. βροχή. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
λειανοκοπιά η.
  • Μικροπράγματα:
    • τη λειανοκοπιά του σπιτιού τως … να τη μοιράσουν (Βαρούχ. 85339).

[<*λειανοκοπώ + κατάλ. ‑ιά]

[Λεξικό Κριαρά]
λειανός, επίθ.
  • α) Λεπτός, λιγνός:
    • λειανό καλάμι (Τζάνε, Κρ. πόλ. 13423
  • β) στενός, στενόμακρος:
    • το Μακάνο έναι κάβος λειανός (Πορτολ. Α 3628
  • γ) προκ. για ζώα μικρόσωμα, πρόβατα και κατσίκια:
    • (Διήγ. πανωφ. 60), (Βαρούχ. 20515
  • δ) (προκ. για πλοίο) που έχει λεπτό σκαρί:
    • κάτεργα … λειανά (Χρον. σουλτ. 8228
  • ε) (προκ. για αβγά) μικρός, λεπτός:
    • (Κατζ. Δ́ 65

[<επίθ. λείος + κατάλ. ‑ανός. Η λ. στο Somav. (λια‑) και σήμ. (ά. γρ. λια‑)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λείανση η [líansi] Ο33 : η διαδικασία, η επεξεργασία με την οποία καθίσταται κτ. λείο, η ομαλοποίηση επιφάνειας.

[λόγ. < ελνστ. λείαν(σις) -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λειαντικός -ή -ό [liandikós] Ε1 : που ανήκει, που αναφέρεται στη λείανση, που είναι ικανός, κατάλληλος γι΄ αυτήν: Λειαντικά μηχανήματα, που χρησιμοποιούνται για την κατεργασία διάφορων αντικειμένων και τη λείανση επιφανειών. || (ως ουσ.) τα λειαντικά, φυσικές ή τεχνητές ουσίες σκληρές, με τη μορφή κόκκων, που χρησιμοποιούνται για την κατεργασία ή για τη λείανση διάφορων αντικειμένων ή επιφανειών.

[λόγ. < αρχ. λεαντικός (ε > ει κατά το λειαίνω)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες