Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λήθαργος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λήθαργος ο [líθarγos] Ο20 : 1. (ιατρ.) παθολογικός ύπνος, πολύ βαθύς και συνεχής, που αποτελεί σύμπτωμα διάφορων (κυρ. εγκεφαλικών) νόσων: Ο ασθενής έπεσε σε λήθαργο. || βαθύς και συνεχής ύπνος· νάρκη. 2. (μτφ., κυρ. για πνευματική αδιαφορία, ακινησία, αδράνεια): Πνευματικός ~. 3. (βοτ.) ανενεργό στάδιο που εμφανίζουν τα σπέρματα, τα σπόρια και οι οφθαλμοί των φυτών, κατά τη διάρκεια του οποίου αναστέλλεται η διαδικασία αύξησης και ανάπτυξής τους.

[λόγ. < αρχ. λήθαργος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go