Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κύμινον
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
κύμινον το.
  • Kύμινο:
    • (Kυνοσ. 59220).

[αρχ. ουσ. κύμινον. T. ο στο Βλάχ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go