Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κόγχη
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κόγχη η [kónxi] Ο30 : 1. (ανατ.) κοιλότητα οστού ή οργάνου του σώματος: ~ του ματιού. ~ του αυτιού. Ρινικές κόγχες. 2. (αρχιτ.) α. εσοχή σε τοίχο, κατά κανόνα ημικυκλική και διακοσμητικού χαρακτήρα, για την τοποθέτηση αγάλματος, αγγείου κτλ. β. στο ανατολικό τμήμα των χριστιανικών ναών, κοιλότητα με τεταρτοσφαιρική κάλυψη, η οποία συνήθως προεξέχει εξωτερικά: H ~ του ιερού. || Οι πλαϊνές κόγχες του ναού. 3. (γεωλ.) κοίλωμα σε σχήμα χοάνης, το οποίο βρίσκεται συνήθ. κοντά στην κορυφή υψηλών βουνών.

[λόγ. < ελνστ. κόγχη, αρχ. σημ.: `κοχύλι΄]

[Λεξικό Κριαρά]
κόγχη η· κόχη.
  • 1) Εσοχή, κοίλωμα, κόγχη:
    • κόγχην του βημάτου (Παϊσ., Ιστ. Σινά 315).
  • 2) Γωνιά:
    • εις τες κόχες εδώ κι εκεί τον έβλεπες να φεύγει (Μαρκάδ. 592).

[αρχ. ουσ. κόγχη. Η λ. και ο τ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go