Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κρατερός
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
κρατερός, επίθ.
  • Επίμονος:
    • (Ξόμπλιν φ. 124ν).

[αρχ. επίθ. κρατερός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go